Προεμφυτευτική διάγνωση | Εξωσωματική Γονιμοποίηση στο ΕmBIO | www.ivf-embryo.gr

Προεμφυτευτική διάγνωση

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση είναι μια διαδικασία κατά την οποία είναι εφικτή η ανίχνευση ορισμένων χρωμοσωματικών ανωμαλιών ή η ανίχνευση γενετικού νοσήματος σε ένα κύτταρο του γονιμοποιημένου ωαρίου πριν από την εμφύτευση στη μήτρα. Η προεμφυτευτική αυξάνει την πιθανότητα σύλληψης σε ζευγάρια υπογόνιμα, μιας και είναι πλέον γνωστό από μελέτες ότι η ποιότητα των ωαρίων και ειδικά οι ανευπλοειδίες χρωμοσωμάτων είναι η βασική αιτία της μειωμένης εμφύτευσης εμβρύων ιδίως σε γυναίκες ηλικίας άνω των 36 ετών. Ενδείκνυται επίσης στις περιπτώσεις που ένας από τους δύο μέλλοντες γονείς είναι φορέας χρωμοσωματικής ανωμαλίας(συχνή αιτία υπογονιμότητας ή καθ’έξιν αποβολών) ή ο ένας ή δύο γονείς είναι φορείς γενετικού νοσήματος., π.χ. μεσογειακής αναιμίας, αιμορροφιλίας, οικογενειακού καρκίνου του παχέος εντέρου κ.λ.π.

Η συγκεκριμένη μέθοδος εφαρμόζεται αποκλειστικά στα ζευγάρια μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση. Η διαδικασία συμπεριλαμβάνει υπερδιέγερση με ορμόνες, προκειμένου να δημιουργηθούν πολλά ωάρια που στη συνέχεια γονιμοποιούνται εξωσωματικά και πάντα με μικρογονιμοποίηση. Η λήψη ενός κυττάρου από κάθε έμβρυο γίνεται από εξειδικευμένο εμβρυολόγο και η γενετική ανάλυση γίνεται από εξειδικευμένο γενετιστή. Αποτελέσματα από τη γενετική ανάλυση δίδονται σε περίπου 24 ώρες. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, τοποθετούνται στη μήτρα μόνο εκείνα τα έμβρυα τα οποία έχουν φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων ή δεν φέρουν το συγκεκριμένο νόσημα της οικογένειας. Επομένως, με την προεμφυτευτική μειώνεται ο κίνδυνος σύλληψης παθολογικών εμβρύων σε εκείνες τις οικογένειες όπου ο κίνδυνος είναι υψηλός. Από μελέτες φαίνεται ότι το ποσοστό των παθολογικών κυήσεων μετά από προεμφυτευτική διάγνωση μειώνεται κατά πέντε φορές. Στις οικογένειες υψηλού κινδύνου λόγω βεβαρημένου οικογενειακού ιστορικού, απαραίτητος είναι ο σχεδιασμός ειδικού πρωτοκόλλου για κάθε νόσημα και για κάθε οικογένεια ξεχωριστά, οπότε αυτό πρέπει να γίνει τουλάχιστον 1-2 μήνες πριν από την εξωσωματική και προεμφυτευτική γενετική διάγνωση. Βεβαίως η ανάλυση μόνο ενός κυττάρου για κάθε έμβρυο δεν έχει την ίδια ασφάλεια αποτελέσματος όπως όταν γίνεται προγεννητικός έλεγχος στο α΄ ή το β΄ τρίμηνο. Το ποσοστό λάθους της προεμφυτευτικής διάγνωσης μετά από πολλές μελέτες φαίνεται ότι είναι περίπου 7,2%. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητος ο προγεννητικός έλεγχος στην κύηση που προκύπτει μετά από προεμφυτευτική διάγνωση.

Γονιδιακή Θεραπεία

Ένας εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης των γενετικών νοσημάτων είναι η γονιδιακή θεραπεία, δηλαδή η τοποθέτηση υγιούς γονιδίου μέσα στο ωάριο και η επίτευξη έκφρασης του στο έμβρυο, ώστε να υποκαταστήσει ένα προβληματικό γονίδιο του ωαρίου και να αποκαταστήσει μια διαταραγμένη λειτουργία εξαιτίας του. Η μέθοδος εφαρμόζεται ήδη σε σωματικά κύτταρα, αλλά η εφαρμογή της σε γεννητικά κύτταρα, δημιουργεί έντονους φόβους είτε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να "παραχθούν" άνθρωποι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είτε ότι μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτες βλάβες στο γενετικό υλικό που θα μεταβιβαστούν και στις επόμενες γενεές. Ανεξάρτητα του πόσο ρεαλιστικοί και πραγματικοί είναι οι φόβοι αυτοί, έχει προταθεί ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής της γονιδιακής θεραπείας στις περιπτώσεις εκείνες που αποτελεί τη μόνη πιθανή μέθοδο θεραπείας κάποιας σοβαρής γενετικής αρρώστιας και αφού, βεβαίως, έχει προηγηθεί έρευνα σε πειραματόζωα. Τέλος, όπως και στην περίπτωση του προεμφυτευτικού και προγεννητικού ελέγχου, δε θεωρείται ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί η γονιδιακή θεραπεία για τη μεταβολή μορφολογικών χαρακτηριστικών.

Δείτε εδώ όλα τα γενετικά κληνονομούμενα νοσήματα που μπορούν να ανιχνευθούν στο έμβρυο με την προεμφυτευτική γενετική διάγνωση στην εξωσωματική γονιμοποίηση.

Κατάψυξη ορχικού και ωοθηκικού ιστού

Κατά τα τελευταία χρόνια, η κρυοσυντήρηση των ανθρώπινων γαμετών και ιστών αποτελεί μέρος των τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Η κρυοσυντήρηση των ωαρίων στο στάδιο των προπυρήνων, των εμβρύων και του σπέρματος είναι διαδικασίες ευρέως διαδεδομένες στα κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης και πρόσφεραν τη δυνατότητα σε άνδρες και γυναίκες να αποκτήσουν παιδιά, ακόμη και μετά από ιατρικές επεμβάσεις ή ασθένειες που καταστρέφουν την πιθανότητα φυσικής τεκνοποίησης. Επίσης, με την κρυοσυντήρηση γενετικού υλικού είναι δυνατό να αποφευχθούν οι επανειλλημένες προκλήσεις πολλαπλής ωοθυλακιορρηξίας και λήψης ωαρίων ή σπέρματος.

Το κύριο πρόβλημα της διαδικασίας κρυοσυντήρησης είναι η καταστροφή των κυττάρων και ιστών από το σχηματισμό ενδοκυττάριων κρυστάλλων πάγου (Mazur, 1990). Για κάθε κύτταρο υπάρχει η κατάλληλη διαδικασία κατάψυξης με ειδικές ουσίες που το προστατεύουν και ειδικά πρωτόκολλα ψύξης και απόψυξης.

Η κρυοσυντήρηση των μη γονιμοποιημένων ωαρίων ξεκίνησε το 1986 (Chen, 1986) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν δεν υπάρχει δότης σπέρματος για διατήρηση της γονιμότητας σε επόμενα χρόνια, ή σε περιπτώσεις ράδιο ή χημειοθεραπείας που καταστρέφουν το γενετικό υλικό. Τα μειονεκτήματα όμως της κρυοσυντήρησης των μη γονιμοποιημένων ωαρίων (πολύ χαμηλό ποσοστόεπιβίωσης και υψηλό ποσοστό ανευπλοϊδιών) είναι περισσότερα προς το παρόν από τα πλεονεκτήματα και έτσι η μέθοδος αυτή δεν αποτελεί μέρος της κλινικής πράξης.

Μέχρι σήμερα μόνο λίγες περιπτώσεις κυήσεων μετά από κρυοσυντήρηση μη γονιμοποιημένων ωαρίων έχουν αναφερθεί (Ludwing et al., 1999). Έχει προταθεί από ορισμένους συγγραφείς ότι τα ανώριμα, μη γονιμοποιημένα ωάρια είναι λιγότερο ευαίσθητα στην κρυοσυντήρηση συγκριτικά με τα ώριμα ωάρια. Μέχρι σήμερα, μόνο ένα παιδί έχει γεννηθεί με τη χρήση κρυοσυντηρημένων ανώριμως ωαρίων που ωρίμασαν in vitro και γονιμοποιήθηκαν με ICSI (Tucker et al., 1998). Στην περίπτωση αυτή καταψύχθηκαν 16 ώριμα και 13 ανώριμα (germinal vescicle) ωάρια. Κανένα από τα ώριμα και μόνο 3 από τα ανώριμα ωάρια επέζησαν της απόψυξης (Tucker et al., 1998).

Η κρυοσυντήρηση ωοθηκικού ιστού είναι μία τεχνική που πρόσφατα άρχισε να εφαρμόζεται και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της μεθόδου είναι ίδια με της κρυοσυντήρησης των μη γονιμοποιημένων ωαρίων. Η μέθοδος αυτή έχει σα σκοπό να χρησιμοποιηθεί ο κατεψυγμένος ωοθηκικός ιστός, είτε για αυτομεταμόσχευση ή ετερομεταμόσχευση, είτε για τη λήψη ωαρίων ή ωοθυλακίων και την ωρίμανση τους in vitro, π.χ. σε γυναίκες που πάσχουν από κακοήθειες και υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία.

Ο ωοθηκικός ιστός δεν καταψύχεται σα σύνολο αλλά σε λεπτές τομές του φλοιού γιατί η διείσδυση της κρυοπροστατευτικής ουσίας είναι καλύτερη. Μέχρι σήμερα, έχουν γεννηθεί ποντίκια και πρόβατα μετά από μεταμόσχευση καταψυχθέντος ωοθηκικού ιστού (Parrot, 1960 και Gosden et al., 1994).

Προσπάθειες γίνονται για την απομόνωση ωοθυλακίων και ωαρίων από φρέσκο ή κατεψυχθέντα-αποψυχθέντα ωοθηκικό ιστό, χωρίς να φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά στο ποσοστό επιβίωσης στα ωοθυλάκια και ωάρια μεταξύ φρέσκου και καταψυχθέντος ωοθηκικού ιστού (Oktay et al., 1997).

Πρόσφατα μεταμοσχεύθηκε ανθρώπινος ωοθηκικός ιστός σε ανοσο-κατεσταλμένα ποντικά και αναπτύχθηκαν ωοθυλάκια μετά από διέγερση με FSH (Oktay et al., 1998). Λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος της μεταμόσχευσης ωοθηκικού ιστού για ασθενείς με κακοήθη νόσο, η πιθανότητα μεταφοράς κακοηθών κυττάρων με το μόσχευμα δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η ωοθήκη και οι γύρω ιστοί περιέχουν λεμφικό ιστό που μπορεί να αναπτυχθεί στο μεταμοσχευμένο ωοθηκικό ιστό. Ειδικά στον καρκίνο μαστού, που είναι πιθανότερο να έχει μεταστάσεις στις ωοθήκες, η κρυοσυντήρηση του ωοθηκικού ιστού θα πρέπει να αναβάλλεται μέχρι να ολοκληρωθούν κάποιοι κύκλοι χημειοθεραπείας.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της αναπαραγωγής έδωσαν τη δυνατότητα σε νέους άρρενες ασθενείς με καρκίνο να μπορούν να τεκνοποιήσουν μελλοντικά. Η χρήση κατεψυγμένου σπέρματος που προέρχεται από εκσπερμάτιση είναι ευρέως διαδεδομένη στα κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης. Επίσης έχει χρησιμοποιηθεί σπέρμα κατεψυγμένο από τις επιδιδυμίδες με επιτυχή αποτελέσματα (Nagy et al., 1995), καθώς και σπερματοζωάρια από κατεψυχθέντα ορχικό ιστό.

Τα χαρακτηριστικά του σπέρματος κατά την κατάψυξη δεν έχουν πια ιδιαίτερη σημασία λόγω του ότι με την ενδοωαριακή έγχυση σπερματοζωαρίων (ICSI) μπορούν να υπερπηδηθούν ο μικρός αριθμός και η χαμηλή κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.

Στα αγόρια όμως της προεφηβικής ηλικίας η κρυοσυντήρηση του σπέρματος παρουσιάζει πρακτικά και ηθικά διλήμματα γιατί δε μπορούν να δώσουν έγγραφη συγκατάθεση και γιατί η σπερματογένεση μπορεί να μην έχει αρχίσει. Στις περιπτώσεις αυτές η κατάψυξη ορχικού ιστού σε συνδυασμό με την ύπαρξη δυνατότητας καλλιέργειας και ωρίμανσης in vitro των ανώριμων γενετικών κυττάρων, μπορεί να αποτελέσει μια αποδεκτή λύση στο μέλλον.

Κλωνοποίηση

Η γέννηση της Ντόλλυ, του πρώτου κλωνοποιημένου προβάτου, το 1996, καθώς και η μεγάλη δημοσιότητα που την ακολούθησε έφερε το κοινό κοντά σ' αυτή τη νέα τεχνολογία και προκάλεσε έντονους φόβους για στρατιές κλωνανθρώπων, αποθήκες ανταλλακτικών, αναβίωση νεκρών κλπ. Από επιστημονική άποψη, κλωνοποίηση είναι μια μέθοδος που επιτρέπει την παραγωγή ίδιων ή περίπου ίδιων οργανισμών, είναι δηλαδή ένα είδος βιολογικού φωτοτυπικού μηχανήματος. Υπάρχουν δύο είδη κλωνοποίησης, η θεραπευτική που έχει ήδη γίνει αποδεκτή και η αναπαραγωγική που δημιούργησε σοβαρούς προβληματισμούς. Η αναπαραγωγική κλωνοποίηση μπορεί να εφαρμοστεί είτε με τη σχάση ενός εμβρύου στα δύο (όπως γίνεται αυτόματα στη φύση και προκύπτουν οι μονοωογενείς δίδυμοι), διαδικασία που μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές, είτε με τη μεταφορά του πυρήνα ενός σωματικού κυττάρου, σ' ένα ωάριο που του έχει αφαιρεθεί ο πυρήνας, όπως έγινε στην περίπτωση της Ντόλλυ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τεχνική αυτή δίνει μεγάλες δυνατότητες για τη διερεύνηση και θεραπεία σοβαρών ασθενειών, την παραγωγή πολύτιμων θεραπευτικών ουσιών και οργάνων για μεταμόσχεση, καθώς και την κατανόηση εκφυλιστικών διαδικασιών, όπως είναι τα γηρατειά. Από την άλλη, όμως, είναι εξίσου βέβαιον ότι η εφαρμογή της για την ανθρώπινη αναπαραγωγή περικλείει σημαντικούς κινδύνους και δημιουργεί ηθικο-κοινωνικούς προβληματισμούς που αναφέρονται στην προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Για τους λόγους αυτούς, η ESHRE, όπως και άλλες διεθνείς επιστημονικές εταιρείες, κήρυξε το Φεβρουάριο 1997 πενταετές μορατόριουμ, δηλαδή πρότεινε στους επιστήμονες να απόσχουν εθελοντικά από πειράματα αναπαραγωγικής κλωνοποίησης στον άνθρωπο. Αντίθετα, συνέστησε να συνεχιστούν τα πειράματα στα ζώα καθώς και σε κυτταροκαλλιέργειες, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων κυττάρων, προκειμένου να διερυνθούν οι γνώσεις μας ώστε να μπορέσουμε να αποφασίσουμε σωστότερα για τις εφαρμογές που θα έπρεπε να επιτραπούν προς όφελος του ανθρώπου.

Πολυδύναμα Βλαστοκύτταρα (Stem Cells)

Τα αρχέγονα αυτά κύτταρα έχουν την ικανότητα να διαφοροποιούνται σε κύτταρα οποιουδήποτε ιστού του σώματος και, κατά συνέπεια, να αποκαθιστούν βλάβες στα αντίστοιχα όργανα. Τα βλαστοκύτταρα μπορούν να παρθούν από έμβρυα που έχουν αποβληθεί ή από έμβρυα που δημιουργήθηκαν για ερευνητικούς σκοπούς με τη μέθοδο της κλωνοποίησης. Έτσι, μπορούν να παραχθούν στο εργαστήριο ιστοί ή όργανα συμβατά με το δότη των κυττάρων αυτών. Η μέθοδος αυτή δίνει νέες, επαναστατικές δυνατότητες για την αντιμετώπιση πολύ σοβαρών ασθενειών, όπως η νόσος του Πάρκινσον, η νόσος του Αλτσχάϊμερ, ο διαβήτης κ.α.

Για τους λόγους αυτούς, η Μεγ. Βρεττανία επέτρεψε πρόσφατα να αρχίσουν σε επιλεγμένα κέντρα οι έρευνες πάνω στο θέμα αυτό.

Οι πρόοδοι στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στις μέρες μας είναι πραγματικά εντυπωσιακές, δίδοντας ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις στο αρχικό επίτευγμα των Edwards και Steptoe. Έτσι, ο στόχος δεν είναι πια μόνο να προσφέρουμε στο άτεκνο ζευγάρι ένα παιδί, αλλά ένα υγιές παιδί.

Έλεγχος χρωμοσωμάτων εμβρύου

Κάθε σωματικό κύτταρο του ανθρώπινου οργανισμού υπό φυσιολογικές συνθήκες περιέχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων. Εξαίρεση αποτελούν οι γαμέτες, τα ωάρια (θηλυκός γαμέτης) και τα σπερματοζωάρια (αρσενικός γαμέτης), τα οποία περιέχουν 23 χρωμοσώματα, δηλαδή τα μισά από τα σωματικά. Κατά τη σύλληψη, με τη σύζευξη σπερματοζωαρίου και ωαρίου δημιουργείται ο ζυγώτης που περιέχει 23 χρωμοσώματα από κάθε γονέα. Τα πρώτα 22 ζευγάρια λέγονται αυτοσωμικά και είναι ίδια στους άνδρες και γυναίκες. Τα χρωμοσώματα αυτά ονομάζονται αριθμητικά από το μεγαλύτερο (νούμερο 1) ως το μικρότερο (νούμερο 22). Το εικοστό τρίτο ζευγάρι χρωμοσωμάτων αποτελείται από τα λεγόμενα φυλετικά χρωμοσώματα και καθορίζουν το φύλο, αρσενικό ή θηλυκό, του ατόμου. Το θηλυκό έχει δύο Χ χρωμοσώματα (ΧΧ) ενώ το αρσενικό έχει ένα Χ και ένα Υ χρωμόσωμα. Την τρίτη μέρα της γονιμοποίησης του ωαρίου, ένα κύτταρο αφαιρείται από το έμβρυο και αναλύεται για χρωμοσωμικές ανωμαλίες χρησιμοποιώντας φθοριζόμενο επιτόπιο υβριδισμό (fluorescent in situ hybridization, FISH).

ΠΡΟΕΜΦΥΤΕΥΤΙΚΗ ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΓΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ

Σκοπός είναι η επιλογή του φύλου πριν την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου. Περίληψη διαδικασίας : Διέγερση ωοθηκών και λήψη ωοκυττάρων με τη διακολπική μέθοδο αναρρόφησης. Μικροσκοπική εξέταση ωοκυττάρων και διαπίστωση της βιωσιμότητας και του σταδίου ωρίμανσης τους. Συλλογή του σπέρματος, επεξεργασία και τοποθέτηση του στο θρεπτικό υλικό που βρίσκεται και το ωοκύτταρο. Γονιμοποίηση. Πραγματοποίηση βιοψίας μόλις το έμβρυο φτάσει στο στάδιο των 6-10 κυττάρων. Με τη βοήθεια μικροπιπέτας γίνεται διάρρηξη της διαφανούς ζώνης του εμβρύου και εισρόφηση βλαστομεριδίου. Στη συνέχεια γίνεται εξέταση των βλαστομεριδίων με μικροσκόπια συμβολής ή φθορισμού για εντόπιση του πυρήνα.

Ομοιογενοποίηση – Διαχωρισμός κυτταρικών συστατικών – Λήψη του DNA. Εφαρμογή της τεχνικής του ανασυνδυασμένου DNA ή της FISH ή και των δυο μαζί για τον καθορισμό του φύλου.

Τέλος γίνεται η εμφύτευση μέσα στη μήτρα αμέσως μόλις γίνουν γνωστά τα αποτελέσματα της βιοψίας και συνεχίζεται η κύηση μέχρι τον τοκετό. Η μέθοδός αυτή είναι πιο γρήγορη και αξιόπιστη αλλά είναι κατά πολύ πιο ακριβή.

Φύλο κατά παραγγελία

"Και το πρώτο σας παιδί να είναι αγόρι". Μπορεί η συγκεκριμένη ευχή που ηχεί οικεία στα αφτιά των Ελλήνων να μην ακούγεται τόσο συχνά πλέον σε σχέση με το παρελθόν, αλλά πολλές οικογένειες εξακολουθούν να επιθυμούν -ενδόμυχα- να φέρουν στον κόσμο παιδί του ενός ή του άλλου φύλου. Η φύση σε όλα τα έμβια όντα δίνει τις ίδιες πιθανότητες να αποκτήσουν αρσενικό ή θηλυκό απόγονο. Μόνο ο άνθρωπος θέλησε να γυρίσει την πλάστιγγα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και από την αρχαιότητα διατυπώθηκαν αμέτρητες θεωρίες και ισάριθμες δοξασίες για το πώς μπορούν να επηρεάσουν οι γονείς το φύλο του παιδιού τους.

Η διατροφή, κυρίως της μητέρας, κατά την εποχή της σύλληψης θεωρήθηκε από νωρίς «κλειδί» στην όλη ιστορία. Χρειάστηκε ωστόσο να κυλήσουν αιώνες για να τεκμηριωθεί επιστημονικά μια τέτοια θεωρία, που έχει τις ρίζες της στις αντιλήψεις του Αριστοτέλη. Μόλις πρόσφατα ερευνητές από τα βρετανικά Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Εξετερ βρήκαν ότι η θερμιδική πρόσληψη και οι διατροφικές συνήθειες των γυναικών την περίοδο κοντά στη σύλληψη μπορούν να επηρεάσουν το φύλο του παιδιού. Τα ευρήματα έδειξαν πως όσες καταναλώνουν επάρκεια θερμίδων και προτιμούν τις μπανάνες από άλλες τροφές έχουν ελαφρά περισσότερες πιθανότητες να γεννήσουν αγόρι. Αντίθετα, εκείνες που κάνουν δίαιτα και κυρίως παραλείπουν συστηματικά το πρωινό είναι εξίσου πιθανότερο να γεννήσουν κορίτσι.

Την ίδια εποχή Αυστραλοί επιστήμονες κατά την αναζήτηση άλλων παραγόντων οι οποίοι επηρεάζουν το φύλο του παιδιού καταλήγουν στο συμπέρασμα πως οι μέλλουσες μητέρες με ισχυρή προσωπικότητα συνήθως αποκτούν γιο, γιατί τα ωάριά τους εκτίθενται σε υψηλά επίπεδα «γυναικείας» τεστοστερόνης.

Η επιθυμία των γονιών για γιο χάνεται στα βάθη της Ιστορίας, καθώς τα αρσενικά παιδιά ήταν στις πρωτόγονες κοινωνίες κυνηγοί και πολεμιστές, για να εξελιχθούν αργότερα σε συνεχιστές της οικογενειακής παράδοσης και ιδανικούς κουβαλητές. Σήμερα από έρευνες που έχουν γίνει στη Ευρώπη σε ζευγάρια με προβλήματα υπογονιμότητας προκύπτει ότι τέσσερα στα δέκα επιθυμούν παιδί συγκεκριμένου φύλου, όχι όμως αποκλειστικά αγόρι, καθώς έχουν αλλάξει πλέον σημαντικά οι δομές της σύγχρονης κοινωνίας. Τραγική εξαίρεση εξακολουθούν να αποτελούν στον 21ο αιώνα κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες, με πρώτη στη λίστα την Ινδία, όπου τα κορίτσια θεωρούνται ακόμα και σήμερα τόσο ανεπιθύμητα, που πολλές φορές εγκαταλείπονται στην ύπαιθρο νεογέννητα να πεθάνουν.

Μετά τις δοξασίες που διαδίδονταν για χρόνια από στόμα σε στόμα, χωρίς ωστόσο να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, κατέστη εφικτή τον προηγούμενο αιώνα η τεχνητή γονιμοποίηση ανατρέποντας τα μέχρι τότε επιστημονικά δεδομένα. Παράλληλα, άναψε το πράσινο φως για τη δημιουργία αρσενικών ή θηλυκών μωρών «κατά παραγγελία». Οι πρώτες ουσιαστικές απόπειρες να έρθουν στον κόσμο μωρά συγκεκριμένου φύλου έγιναν το 1990 σε κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής της Μεγάλης Βρετανίας. Ωστόσο, η ιδέα πως θα μπορούσε να διαταραχθεί η φυσική τάξη των πραγμάτων στις γεννήσεις προκάλεσε κοινωνική κατακραυγή, που καταγράφεται και σε πρόσφατη έρευνα όπου το 82% των ζευγαριών δηλώνει ότι δεν πρέπει να «παίζουμε» με τη φύση. Στην Ελλάδα η επιλογή φύλου, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης, για την αποφυγή μετάδοσης φυλοσύνδετων κληρονομικών νοσημάτων, όπως είναι η αιμορροφιλία, η μυϊκή δυστροφία Duchenne και η χρόνια κοκκιωματώδης νόσος, οι οποίες εμφανίζονται μόνο στα αγόρια.

Τρόποι επιλογής φύλου

Προεμφυτευτική γενετική διάγνωση

Η μέθοδος: Τρεις ημέρες μετά την εξωσωματική γονιμοποίηση αφαιρούνται κύτταρα από κάθε έμβρυο και υφίστανται γενετική ανάλυση. Μετά εμφυτεύονται στη μήτρα τα έμβρυα του επιθυμητού φύλου. Εχει αποτέλεσμα; Ναι, είναι η μοναδική ακριβής και επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδος.

Ειδική διατροφή

Η μέθοδος: Οι γυναίκες πρέπει να προσλαμβάνουν πολλές θερμίδες την εποχή της σύλληψης ώστε να έχουν 56% πιθανότητες να γεννήσουν αγόρι. Αντίθετα, αν προσλαμβάνουν λιγότερες έχουν το ίδιο αυξημένο ποσοστό να αποκτήσουν κορίτσι. Εχει αποτέλεσμα; Μικρή αύξηση των πιθανοτήτων για το ένα ή το άλλο φύλο.

Συνουσία σε προκαθορισμένο χρόνο

Η μέθοδος: Στηρίζεται στη δημοφιλή θεωρία του γιατρού Landrum Shettles, σύμφωνα με την οποία τα σπερματοζωάρια με το Υ χρωμόσωμα είναι πιο γρήγορα από αυτά που έχουν το Χ. Ετσι αν η συνουσία γίνει πολύ κοντά στην ωορρηξία, αυξάνονται οι πιθανότητες για αγόρι. Εχει αποτέλεσμα; Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν πως όχι.

Επαφή σε συγκεκριμένες στάσεις

Η μέθοδος: Βασίζεται στο ότι τα σπερματοζωάρια με το Υ χρωμόσωμα είναι μικρά και ευάλωτα, ενώ όσα έχουν το Χ χρωμόσωμα είναι μεγαλύτερα και πιο ανθεκτικά. Συνεπώς το σεξ στην ιεραποστολική στάση, που τα ελευθερώνει μακριά από τη μήτρα, αυξάνει τις πιθανότητες για κορίτσι, καθώς το σπέρμα έχει να περάσει από αλκαλικό περιβάλλον, οπότε επικρατεί το ανθεκτικότερο χρωμόσωμα. Εχει αποτέλεσμα; Οχι.

Διαχωρισμός σπέρματος

Η μέθοδος: Είτε με την τεχνική Ericson που στηρίζεται στο ότι το σπέρμα με το Υ χρωμόσωμα κινείται ταχύτερα είτε με το μικροδιαχωρισμό με λέιζερ, ο οποίος εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι τα σπερματοζωάρια με το Χ χρωμόσωμα είναι λίγο βαρύτερα γιατί περιέχουν κατά 2,8% περισσότερο DNA. Αφού διαχωριστεί το είδος του σπέρματος, ακολουθεί εξωσωματική γονιμοποίηση. Εχει αποτέλεσμα; Ναι, αλλά χωρίς να εγγυάται 100% επιτυχία. Με το κατάλληλο σπέρμα μπορεί να γεννηθεί κορίτσι κατά 90% ή αγόρι κατά 70%.

Ρωτήστε εδώ ό,τι θέλετε για την Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση (PGD) στο ΕmΒΙΟ !

Μην αφήνετε το χρόνο να περνάει, κλείστε δωρεάν ραντεβού άμεσα!

Επικοινωνήστε με τον Δ. Θάνο Παράσχο σήμερα