Περισσότερα για την Προεκλαμψία

Περισσότερα για την Προεκλαμψία

Η υπερτασική νόσος της κύησης είναι γνωστή από τον 18ο αιώνα και κατά καιρούς έλαβε διάφορες ονομασίες, όπως σπασμοί της κύησης, σπασμοί της λοχείας, τοξιναιμία της κύησης, προεκλαμψία.
Περιεχόμενα

Η προεκλαμψία είναι γνωστή από τον 18ο αιώνα

Η υπερτασική νόσος της κύησης είναι γνωστή από τον 18ο αιώνα και κατά καιρούς έλαβε διάφορες ονομασίες, όπως σπασμοί της κύησης, σπασμοί της λοχείας, τοξιναιμία της κύησης, προεκλαμψία.

Ο όρος υπερτασική νόσος της κύησης θεωρείται ο πλέον δόκιμος και έχει γίνει γενικά αποδεκτός, αρκετά συχνά, όμως, χρησιμοποιείται και ο όρος προεκλαμψία.

Υπερτασικές διαταραχές της κύησης

Η υπέρταση επιπλέκει την κύηση στο 7% των περιπτώσεων και οι υπερτασικές διαταραχές διακρίνονται σε:

  • Προεκλαμψία (70%)
  • Χρόνια (προϋπάρχουσα) υπέρταση (30%)
  • Χρόνια υπέρταση με προεκλαμψία
  • Παροδική υπέρταση

Χρόνια (προϋπάρχουσα) υπέρταση

Είναι η υπέρταση που εμφανίζεται πριν από τις 20 εβδομάδες και διαρκεί άνω των 42 ημερών μετά τον τοκετό. Διακρίνεται σε:

  1. Ήπια (95%) ΑΠ=140-160/90-110 mmHg
  2. Σοβαρή(5%) ΑΠ=>160/110mmHg

Χρόνια (προϋπάρχουσα) υπέρταση με προεκλαμψία

Είναι η αύξηση της αρτηριακής υπέρτασης σε γυναίκες με χρόνια υπέρταση πριν από την κύηση για την συστολική >30mmHg για την διαστολική >15mmHg ή για την ΜΑΠ>20mmHg σε συνδυασμό με πρωτεϊνουρία με ή χωρίς οίδημα.

Παροδική υπέρταση

Είναι η εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης κατά την κύηση ή τις πρώτες 24 ώρες μετά τον τοκετό χωρίς σημεία προεκλαμψίας ή προϋπάρχουσας υπέρτασης. Συνήθως η τιμή της αρτηριακής πίεσης επιστρέφει στα φυσιολογικά εντός 10 ημερών μετά τον τοκετό.

Παθογένεια της νόσου

Η ακριβής φύση της παθογένειας της υπερτασικής νόσου της κύησης παραμένει άγνωστη. Σύμφωνα με τις πρόσφατες υποθέσεις η προεκλαμψία θεωρείται νόσος του πλακούντα, η οποία δευτεροπαθώς προκαλεί μεταβολές στην ομαλή λειτουργία άλλων οργάνων και συστημάτων.

Στις έγκυες με υπερτασική νόσο παρατηρείται δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, που έχει ως αποτέλεσμα την παθολογική αντίδραση του ανοσολογικού συστήματος, ώστε να προκαλείται ανώμαλη διείσδυση της τροφοβλάστης στις ελικοειδείς αρτηρίες της μήτρας, απόφραξη πολλών αγγείων και αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών οξυγόνου.

Οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου μαζί με υπεροξείδια λιπιδίων προκαλούν περαιτέρω δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, καθώς αδρανοποιούν τον παράγοντα χάλασης του ενδοθηλίου, ενεργοποιούν την κυκλοοξυγενάση, αναστέλλοντας έτσι την δράση της ενδοθηλιακής συνθετάσης της προστακυκλίνης και τέλος ευνοούν την παραγωγή θρομβοξάνης Α2 από τα αιμοπετάλια.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αύξηση της σεροτονίνης του πλάσματος και τελικά της αγγειοτενσίνης ΙΙ, η οποία βελτιώνει την μητροπλακουντιακή λειτουργία με αύξηση της πίεσης διήθησης. Ο μηχανισμός αυτός εμφανίζεται σε ήπιες μορφές προεκλαμψίας και έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης στην μητέρα.

Αντίθετα, σε περιπτώσεις βαριάς προεκλαμψίας παρατηρείται σημαντική βλάβη του ενδοθηλίου και αδυναμία δράσης των αυξημένων επιπέδων της σεροτονίνης. Το γεγονός αυτό προκαλεί αδυναμία βελτίωσης της μητροπλακουντιακής λειτουργίας, που έχει ως αποτέλεσμα την προοδευτική αγγειοσυστολή και την περαιτέρω συσσώρευση αιμοπεταλίων. Τελικά, εγκαθίσταται η υπέρταση με ταυτόχρονη ελάττωση της μητροπλακουντιακής ροής του αίματος.

Παθοφυσιολογία της νόσου

Η προεκλαμψία αποτελεί μία πολυσυστηματική νόσο, στην οποία η αρχική βλάβη εντοπίζεται στον πλακούντα. Οι βλάβες στον πλακούντα έχουν ως αποτέλεσμα την τοπική ισχαιμία και την απελευθέρωση ενός ειδικού παράγοντα από την συγκυτιοτροφοβλάστη, που προκαλεί περιφερική αγγειοσύσπαση και κυτταρική δυσλειτουργία. Οι διαταραχές αυτές προκαλούν αρχικά μεταβολές στην νεφρική λειτουργία και στον όγκο του αίματος και στην συνέχεια την εκδήλωση συμπτωμάτων από όλα σχεδόν τα συστήματα της εγκύου.

Κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά το 2ο τρίμηνο, παρατηρείται σημαντική αύξηση του όγκου του αίματος και του όγκου παλμού της εγκύου. Αντίθετα, παρατηρείται ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και περιφερική αγγειοδιαστολή λόγω ελάττωσης των περιφερικών αντιστάσεων. Στην υπερτασική νόσο πολλοί από τους παράγοντες, που ρυθμίζουν τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, όπως οι προσταγλανδίνες ή το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, μεταβάλλονται σημαντικά κατά την διάρκεια της κύησης με αποτέλεσμα την διαταραχή της ισορροπίας αγγειοσυσπαστικών-αγγειοδιασταλτικών ουσιών, την αύξηση των αντιστάσεων και τελικά την εμφάνιση υπέρτασης.

Η ισχαιμία που προκαλείται λόγω της αγγειοσυστολής στην μητροπλακουντιακή κυκλοφορία συντελεί στην καταστροφή του πλακουντιακού ιστού και στην απελευθέρωση τροφοβλαστικών στοιχείων στην περιφερική κυκλοφορία. Τα τροφοβλαστικά αυτά στοιχεία είναι πλούσια στον ειδικό παράγοντα που επισπεύδει την διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη και προκαλεί την εμφάνιση βλαβών στους νεφρούς, στο ήπαρ και στον πλακούντα. Η νεφρική βλάβη, σε συνδυασμό με την ελάττωση της αιματικής ροής, προκαλεί την ελάττωση του ρυθμού της σπειραματικής διήθησης με αποτέλεσμα την κατακράτηση Na+, ύδατος και ελάττωσης του ενδοαγγειακού όγκου σε σχέση με τον εξωκυττάριο. Η αύξηση του εξωκυτταρίου όγκου προκαλεί την εμφάνιση οιδήματος, το οποίο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτελεί το πρώτο κλινικό σημείο της προεκλαμψίας. Ταυτόχρονα, η αυξημένη κατακράτηση Na+ αυξάνει την δραστηριότητα της αγγειοτενσίνης Π, συντελώντας έτσι σε περαιτέρω αγγειοσυστολή και ιστική βλάβη.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά την φυσιολογική κύηση, είναι δυνατόν να εμφανισθούν πλακουντιακά έμφρακτα, στην περίπτωση όμως της προεκλαμψίας συναντώνται σε αυξημένη συχνότητα. Το γεγονός αυτό προκαλεί την ελάττωση της μητροπλακουντιακής ροής του αίματος, με αποτέλεσμα την ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη του εμβρύου, που μερικές φορές μπορεί να οδηγήσει και στον ενδομήτριο θάνατο του.

Στην υπερτασική νόσο η λειτουργία του ήπατος επηρεάζεται σημαντικά, με αύξηση των τιμών την ηπατικών ενζύμων, ιδιαίτερα στην αρχή της νόσου, ενώ σε βαριές καταστάσεις μπορεί να εκδηλωθεί και ίκτερος.

Σε σοβαρές μορφές προεκλαμψίας η ταυτόχρονη παρουσία αιμόλυσης, αύξησης των τιμών των ηπατικών ενζύμων και θρομβοπενίας δημιουργεί το σύνδρομο H.E.L.L.P. Ο μηχανισμός του συνδρόμου συνίσταται στην απόφραξη πολλών αγγείων, που έχει ως αποτέλεσμα την συγκόλληση και περαιτέρω κατανάλωση των αιμοπεταλίων. Η θρομβοπενία τις περισσότερες φορές είναι σοβαρή και μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλική αιμορραγία της μητέρας.

Διαταραχές οργάνων λόγω υπερτασικής διαταραχής της πίεσης.

Νεφροί

Όπως είναι γνωστό κατά την κύηση αυξάνεται η νεφρική διήθηση κατά 25-50% με αποτέλεσμα την ελάττωση της κρεατινίνης, της ουρίας και του ουρικού οξέος. Στην προεκλαμψία ο αγγειόσπασμος και η διόγκωση του ενδοθηλίου ελαττώνει την νεφρική διήθηση κατά 50% με αποτέλεσμα να αυξάνεται καταρχήν το ουρικό οξύ και σπανιότερα η κρεατινίνη. Η αύξηση του ουρικού οξέος άνω των 5 ή 5,5 mg/dl αποτελεί προγνωστικό δείκτη για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Ήπαρ

Αρχικά το ήπαρ δεν προσβάλλεται ωστόσο αργότερα και στο 10% των περιπτώσεων σε σοβαρή προεκλαμψία έχουν βρεθεί στα τοιχώματα των ηπατικών αγγείων εναποθέσεις ινωδογόνου χωρίς να είναι απαραίτητη η εργαστηριακή ή ιστολογική εμπλοκή του ήπατος. Ωστόσο όμως σε περίπτωση που αυξηθεί η SGOT τότε η αύξηση αυτή έχει πολύ καλή συσχέτιση με τον κοιλιακό πόνο. Η χολερυθρίνη όταν αυξάνεται αφορά την έμμεση. Η ρήξη του ήπατος είναι σοβαρή επιπλοκή με 70% μητρική θνησιμότητα και απαιτεί χειρουργική επέμβαση. Η πορεία της ρήξης είναι διφασική όπου σε πρώτη φάση συμβαίνει νέκρωση , ενδοηπατική αιμορραγία αλλά και υποκάψια αιμορραγία ενώ στην δεύτερη ρήγνυται η κάψα.

Αιματολογικές διαταραχές

Το ινωδογόνο μένει συνήθως φυσιολογικό όπως και στην φυσιολογική εγκυμοσύνη αλλά μπορεί να παρουσιάσει ποιοτικές αλλαγές με την μορφή της δυσινωδογοναιμίας. Επίσης μπορεί να παρατηρηθεί παράταση του χρόνου προθρομβίνης χωρίς όμως οι αλλαγές αυτές να έχουν κλινική σημασία. Με τον αγγειόσπασμο και την διάσπαση του ενδοθηλίου των αγγείων συμβαίνει εναπόθεση αιμοπεταλίων οδηγώντας σε θρομβοπενία( < 150.000). Η μεγαλύτερη ωστόσο ελάττωση ( < 60.000) είναι ο καλύτερος δείκτης για την αποκόλληση του πλακούντα.

Hellp syndrome (Hemolysis, Elevated Liver enzymes, Low platelets)

Η συχνότητά του είναι 2-12% και χαρακτηρίζεται από:

  • Αιμοπετάλια < 100.000 mm3 (πιο σταθερό εύρημα)
  • SGOT> 72 IU/L
  • LDH> 600 IU/L
  • Ολική χολερυθρίνη> 1,2 mg/dl

Η συχνότητα του συνδρόμου είναι μεγαλύτερη σε λευκές πολύτοκες άνω των 25 ετών ενώ τα πρόδρομα σημεία είναι:

  • Επιγαστραλγία ή άλγος στο δεξιό υποχόνδριο (90%)
  • Ναυτία και εμετός (50%)
  • Μη ειδικά συμπτώματα ιογενούς λοίμωξης
  • Αίσθημα κακουχίας (90%)
  • Αιματουρία
  • Αιμορραγία από το γαστρεντερικό σύστημα
  • Η περιγεννητική θνησιμότητα είναι 7,7-60% ενώ η μητρική 0-24%.

Παρακολούθηση υπερτασικής εγκύου

Η υπερτασική νόσος της κύησης  ή προεκλαμψία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, τόσο στην μητέρα, όσο και στο έμβρυο. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη η παρακολούθηση της κλινικής κατάστασης της μητέρας, καθώς και της λειτουργίας του πλακούντα.

Για την σωστή παρακολούθηση και εκτίμηση της κατάστασης της υπερτασικής εγκύου πρέπει να γίνονται τα εξής:

Ημερήσια καταγραφή των διακυμάνσεων της αρτηριακής πίεσης

Η αρτηριακή πίεση παρουσιάζει φυσιολογικά πτώση κατά το πρώτο ήμισυ της κύησης, ενώ κατά την διάρκεια του 3ου τριμήνου επανέρχεται στα προ της κύησης επίπεδα. Είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος της συστολικής και διαστολικής πίεσης.

Έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας

Θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά η ποσότητα των αποβαλλομένων ούρων και να γίνεται προσδιορισμός των αποβαλλομένων πρωτεϊνών.

Έλεγχος της ουρίας, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος

Σε περιπτώσεις βαριάς προεκλαμψίας εμφανίζουν σημαντική αύξηση.

Έλεγχος του πηκτικού μηχανισμού

Στην βαριά υπερτασική νόσο παρατηρείται ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων καθώς και κατανάλωση των παραγόντων της πήξης. Τέλος, η προεκλαμψία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε δυσλειτουργία του πλακούντα και επομένως είναι σημαντική η παρακολούθηση της λειτουργίας του και η εκτίμηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό είναι:

Το βιοφυσικό προφίλ του εμβρύου

Περιλαμβάνει τον υπερηχογραφικό έλεγχο των κινήσεων του εμβρύου, τις αδρές κινήσεις του σώματος, τον καρδιακό ρυθμό και την εκτίμηση της ποσότητας του αμνιακού υγρού.

Διαδοχικές υπερηχογραφικές μετρήσεις

Η εκτίμηση της αμφιβρεγματικής διαμέτρου, της περιμέτρου της κοιλίας και του μήκους του μηριαίου οστού χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης.

H Doppler Υπερηχογραφία

Εκτιμάται η αιματική ροή στα μητρικά και εμβρυϊκά αγγεία.

Το καρδιοτοκογράφημα

Η εκτίμηση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού και της δραστηριότητας της μήτρας παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του εμβρύου.

Αντιμετώπιση της προεκλαμψίας

Οριστική θεραπεία της προεκλαμψίας είναι μόνο η αποπεράτωση του τοκετού.

Υπέρταση χωρίς πρωτεινουρία

Οι ασθενείς αντιμετωπίζονται ως εξωτερικοί εφόσον μπορούν να ακολουθήσουν τις οδηγίες του γιατρού, εφόσον το έμβρυο είναι ανώριμο και εφόσον δεν διατρέχει κίνδυνο. Σε περίπτωση απότομης αύξησης της αρτηριακής πίεσης ή εμφάνισης πρωτεϊνουρίας εισαγωγή στο νοσοκομείο ακολουθώντας το επόμενο βήμα.

Μέτρια προεκλαμψία

  • Εισαγωγή στο νοσοκομείο
  • Κύηση >37 εβδομάδες με ώριμο τράχηλο συνιστάται πρόκληση τοκετού με αγωγή με Mg2SO4 ενώ σε ανώριμο τράχηλο ή κύηση < 37 εβδομάδες τότε απαιτείται:
  • Κατάκλιση
  • Δεν απαιτείται αντιϋπερτασική αγωγή
  • Δίαιτα κανονική

Συνήθως εντός 48ώρου έχουμε αυτόματη διούρηση που οδηγεί σε απώλεια βάρους και διόρθωση της πίεσης.

Σε περίπτωση ωριμότητας ή σοβαρής προεκλαμψίας συνιστάται τοκετός

Σοβαρή προεκλαμψία

Σε κύηση >34 εβδομάδων ή σε περίπτωση ωριμότητας του εμβρύου ή όταν το έμβρυο βρίσκεται σε κίνδυνο συνιστάται αποπεράτωση του τοκετού με Mg2SO4 που συνεχίζεται για 24 ώρες μετά τον τοκετό και αντιϋπερτασική αγωγή εφόσον ΑΠ>160/110mmHg.

Όταν η κύηση είναι μικρότερη των 34 εβδομάδων υπάρχει η γνώμη της αποπεράτωσης του τοκετού ούτως ή άλλως ενώ κατά άλλους συνιστάται παράταση της κύησης μέχρι την πνευμονική ωρίμανση, ή τον εμβρυϊκό /μητρικό κίνδυνο ή μέχρι να ξεπεράσει η κύηση τις 36 εβδομάδες.

Χρόνια (προϋπάρχουσα) υπέρταση

Οι ασθενείς με χρόνια υπέρταση είναι αυξημένου κινδύνου για την ανάπτυξη προεκλαμψίας, αποκόλλησης πλακούντα και πρόωρο τοκετό. Η συχνότητα της προεκλαμψίας είναι 10-50% στις σοβαρές περιπτώσεις εξαρτώμενη από την σοβαρότητα της υπέρτασης ενώ της αποκόλλησης του πλακούντα είναι 0,45% στις ελαφρές περιπτώσεις και 10% στις σοβαρές.

Παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση της αποκόλλησης είναι η ηλικία της μητέρας, ο τόκος και η γεωγραφική κατανομή. Οι ανεπίπλεκτες γυναίκες με μέτρια υπέρταση έχουν την ίδια περιγεννητική έκβαση σε αντίθεση με αυτές με σοβαρή υπέρταση, νεφρικές βλάβες, προεκλαμψία, ή αποκόλληση πλακούντα όπου η περιγεννητική θνησιμότητα είναι αυξημένη.

Αυξημένη είναι επίσης και η μητρική θνησιμότητα που οφείλεται στην κακοήθη αύξηση της πίεσης με αποτέλεσμα την καρδιακή ανεπάρκεια και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδια. Τέλος ίδια η κύηση προκαλεί βλάβες τόσο στο καρδιαγγειακό όσο και στους νεφρούς.

Στους ασθενείς με χρόνια υπέρταση συστήνεται να γίνεται διερεύνηση της αιτιολογίας και εκτίμηση της κατάστασή της ώστε να διαχωριστούν οι υψηλού από χαμηλού κινδύνου όπου η αντιμετώπιση είναι διαφορετική.

Συστήνεται ο περιορισμός του βάρους η ημερήσια πρόσληψη 2gr NaCl, η διακοπή καπνίσματος, στρες, καφεΐνης, η ημερήσια ανάπαυση ιδίως μετά τα γεύματα. Οι επισκέψεις στο ιατρό θα πρέπει να γίνονται κάθε 2 εβδομάδες για το πρώτο μισό και κάθε εβδομάδα για την υπόλοιπη κύηση. Η εργαστηριακή εκτίμηση αφορά:

  • Γενική αίματος
  • Κρεατινίνη ορού
  • Ουρικό Οξύ
  • Κάθαρση κρεατινίνης
  • Κάλιο ορού
  • Λεύκωμα και Νάτριο ούρων 24ώρου
  • κ/κ ούρων κάθε τρίμηνο
  • Μέτρηση κατεχολαμινών ιδίως σε σοβαρή υπέρταση
  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα

Ενδείξεις εισαγωγής στο νοσοκομείο είναι:

  • Η παρόξυνση της υπέρτασης
  • Η εμφάνιση πυελονεφρίτιδας
  • Η σημαντική λευκωματουρία
  • Η αύξηση του ουρικού οξέος(>6mg/dl)

Αντιυπερτασική αγωγή λαμβάνουν οι ασθενείς με σοβαρή υπέρταση (>160/110mmHg). Η κύηση στις μεν ελαφρές περιπτώσεις μπορεί να συνεχισθεί έως την 41η εβδομάδα ενώ στις υψηλού κινδύνου να μην υπερβαίνει τις 40 εβδομάδες. Η εμφάνιση προεκλαμψίας είναι ένδειξη αποπεράτωσης του τοκετού.

Φαρμακευτική αγωγή

Για την αντιμετώπιση της προεκλαμψίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν δύο κατηγορίες φαρμάκων:

Αντιϋπερχασικά. Τα συνηθέστερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι η α-μεθυλντόπα και η υδραλαζίνη. Η α-μεθυλντόπα έχει κεντρική δράση, ελαττώνοντας τον τόνο του συμπαθητικού, ενώ η υδραλαζίνη έχει κυρίως αγγειοδιασταλτική δράση και είναι αυτή που συνήθως χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της προεκλαμψίας.

Ηρεμιστικά. Η χορήγηση ηρεμιστικών στην αντιμετώπιση της ήπιας προεκλαμψίας είναι πιθανόν να βοηθήσει. Σε ύπαρξη αυξημένων τονικών αντανακλαστικών και εγκεφαλικής διεγερσιμότητας η χορήγηση διαζεπάμης 10-20 mg/6ωρο ελαττώνει τον κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.

Η θεραπεία με διαζεπάμη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η μακρά χορήγηση της μπορεί να οδηγήσει σε πλακουντιακή μεταφορά του φαρμάκου με αποτέλεσμα την πρόκληση υποτονίας και υποθερμίας του εμβρύου. Εκτός από την διαζεπάμη, η χορήγηση θειϊκού μαγνησίου έχει καλά αποτελέσματα, προκαλώντας μείωση της φλοιϊκής διεγερσιμότητας, ενώ παράλληλα εμφανίζει και αντιϋπερτασική δράση.

Πως βοηθούν τα συμπληρώματα διατροφής στην προεκλαμψία

Ασβέστιο: Πιστεύεται ότι το ασβέστιο μέσω διαταραχών της ρενίνης του πλάσματος και της παραθορμόνης καθώς επίσης και της ελάττωσης της αγγειοτενσίνης ΙΙ ελαττώνει την αρτηριακή υπέρταση για αυτό συστήνεται η χορήγηση συμπληρωματικά ασβεστίου σε δόσεις 600mg ασπαρτικού ασβεστίου ή 1500-2000mg στοιχειακού ασβεστίου στο 3ο τρίμηνο της κύησης και πιο συγκεκριμένα μετά από την 24η εβδομάδα της κύησης.

Μαγνήσιο: Η χορήγηση μαγνησίου σε δόση 14 mmol ασπαρτικού υδροχλωρικού μαγνησίου (Trofocard sachs 1x3/tabs 2x3) από το 2ο τρίμηνο σε άλλες εργασίες έχει αποδειχθεί ότι προλαμβάνει την προεκλαμψία, και την προωρότητα ενώ σε άλλες όχι.

Λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης στην υπερτασική νόσο της κύησης

Όπως είναι γνωστό η προεκλαμψία σχετίζεται με αγγειόσπασμο και ενεργοποίηση των πηκτικών μηχανισμών με αύξηση της ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων προκαλώντας έτσι διαταραχή της ισορροπίας θρομβαξάνης / προστακυκλίνης.

Η χορήγηση χαμηλής δοσολογίας ασπιρίνης αναστέλλει την σύνθεση των προσταγλανδινών με την αμετάκλητη ακετυλίωση και απενεργοποίηση της κυκλοξυγενάσης αναστέλλοντας έτσι την σύνθεση της θρομβαξάνης χωρίς να επηρεάζει την προστακυκλίνη.

Η δοσολογία που έχει προταθεί είναι 60-150mg με πιο συνηθισμένη τα 80mg . Όσο αναφορά την έναρξη της θεραπείας, για τον μεν πρώτο τρίμηνο έχει αναφερθεί τερατογόνος δράση με συγγενείς καρδιακές βλάβες και κίνδυνο για ανάπτυξη εμβρυϊκής πνευμονικής υπέρτασης, καθυστέρηση έναρξη ωδίνων, διαταραχές πηκτικότητας στην μητέρα και το έμβρυο καθώς επίσης και χαμηλό δείκτη ευφυΐας. Βέβαια όταν η δοσολογία είναι < 100mg οι παραπάνω κίνδυνοι είναι θεωρητικοί.

Έτσι λοιπόν ενδείκνυται η χορήγηση 80 mg ασπιρίνης από την 18-20η εβδομάδα καθημερινά λειτουργώντας προληπτικά για την προεκλαμψία.


Διαβάστε περισσότερα:

προεκλαμψία, η υπερτασική νόσος της κύησης

Προεκλαμψία και χοληστερόλη

Μην αφήνετε το χρόνο να περνάει, κλείστε δωρεάν ραντεβού άμεσα!

Επικοινωνήστε σήμερα με τον Δρα Θάνο Παράσχο!