Προεκλαμψία Κύησης | Εξωσωματική Γονιμοποίηση στο ΕmBIO | www.ivf-embryo.gr

Προεκλαμψία Κύησης

Η κύηση είναι δυνατόν να συνυπάρχει με μία ποικιλία παθήσεων των διαφόρων συστημάτων, η εξέλιξη των οποίων συνήθως επιδεινώνεται ή τουλάχιστον επηρεάζεται. Επιπλέον, μπορεί να εμφανισθούν προβλήματα υγείας, μείζονα ή ελάσσονα, τα οποία δεν προϋπήρχαν και εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύηση. Λόγω των πολλών αλλά και εντόνων παθοφυσιολογικών μεταβολών που συμβαίνουν κατά την διάρκεια της κύησης, η πορεία όσο και η αντιμετώπιση των παθήσεων αυτών παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και απαιτεί, ορισμένες φορές, και για καλύτερη αντιμετώπιση, την συνεργασία του μαιευτήρα με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων.

ΥΠΕΡΤΑΣΙΚΗ ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ

Υπερτασική νόσος της κύησης ονομάζεται η παθολογική εκείνη κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από αρτηριακή υπέρταση (επίπεδα αρτηριακής πίεσης ≥ 140 / 90 mmHg), άλλοτε άλλου βαθμού λευκωματουρία και οίδημα και η οποία εμφανίζεται συνήθως σε προχωρημένη κύηση. Πρόκειται για επιπλοκή, η οποία στις βαρύτερες μορφές της προκαλεί σημαντική αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας τόσο του εμβρύου όσο και της μητέρας. Κύηση η οποία επιπλέκεται με υπέρταση χαρακτηρίζεται ως κύηση υψηλού κινδύνου.

Η υπερτασική νόσος της κύησης είναι γνωστή από τον 18ο αιώνα και κατά καιρούς έλαβε διάφορες ονομασίες, όπως σπασμοί της κύησης, σπασμοί της λοχείας, τοξιναιμία της κύησης, προεκλαμψία. Ο όρος υπερτασική νόσος της κύησης θεωρείται ο πλέον δόκιμος και έχει γίνει γενικά αποδεκτός, αρκετά συχνά, όμως, χρησιμοποιείται και ο όρος προεκλαμψία.

Η συχνότητα της υπερτασικής νόσου υπολογίζεται στο 10%-15% του συνόλου των κυήσεων. Η υπερτασική νόσος της κύησης πρέπει να διαχωρίζεται από την χρόνια υπέρταση. Η χρόνια υπέρταση προϋπάρχει της κύησης ή εκδηλώνεται πριν από την 20ή εβδομάδα. Σε ένα ποσοστό 15%-20% η χρόνια υπέρταση μπορεί να εξελιχθεί σε προεκλαμψία. Στην περίπτωση αυτή παρατηρείται αύξηση της υπέρτασης κατά 20 mmHg με ταυτόχρονη εμφάνιση λευκωματουρίας και οιδημάτων. Ορισμένες φορές είναι δύσκολο να διευκρινισθεί εάν μία γυναίκα, που εμφάνισε προεκλαμψία, έπασχε ήδη από χρόνια υπέρταση. Η υπερτασική νόσος της κύησης, εάν δεν αντιμετωπισθεί, δυνατόν να καταλήξει στην πλέον σοβαρή μορφή της (εκλαμψία), η οποία χαρακτηρίζεται από διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος και σπασμούς και συνοδεύεται από ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας εμβρυϊκής ή και μητρικής.

Προδιαθεσικοί παράγοντες - Παράγοντες κίνδυνου

  • Η υπερτασική νόσος της κύησης εμφανίζεται σε ποσοστό 6% περίπου στον γενικό πληθυσμό, ενώ φαίνεται ότι εμφανίζει γεωγραφική κατανομή.
  • Προδιαθεσικοί παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν την εκδήλωση της επιπλοκής αυτής είναι: Ο τόκος. Στις πρωτοτόκες εμφανίζεται πιο συχνά από ότι σε πολύτοκες.
  • Η ηλικία της μητέρας. Γυναίκες άνω των 35 ετών ή κάτω των 20 διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εκδήλωση της νόσου.
  • Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Η νόσος είναι συχνότερη σε γυναίκες με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.
  • Η πολύδυμη κύηση
  • Ο σακχαρώδης διαβήτης
  • Το υδράμνιο
  • Η τροφοβλαστική νόσος
  • Κύηση εμβρύου με σύνδρομο Down
  • Το κάπνισμα

Παθογένεια της νόσου

Η ακριβής φύση της παθογένειας της υπερτασικής νόσου της κύησης παραμένει άγνωστη. Σύμφωνα με τις πρόσφατες υποθέσεις η προεκλαμψία θεωρείται νόσος του πλακούντα, η οποία δευτεροπαθώς προκαλεί μεταβολές στην ομαλή λειτουργία άλλων οργάνων και συστημάτων. Στις έγκυες με υπερτασική νόσο παρατηρείται δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, που έχει ως αποτέλεσμα την παθολογική αντίδραση του ανοσολογικού συστήματος, ώστε να προκαλείται ανώμαλη διείσδυση της τροφοβλάστης στις ελικοειδείς αρτηρίες της μήτρας, απόφραξη πολλών αγγείων και αυξημένη παραγωγή ελευθέρων ριζών οξυγόνου.

Οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου μαζί με υπεροξείδια λιπιδίων προκαλούν περαιτέρω δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, καθώς αδρανοποιούν τον παράγοντα χάλασης του ενδοθηλίου, ενεργοποιούν την κυκλοοξυγενάση, αναστέλλοντας έτσι την δράση της ενδοθηλιακής συνθετάσης της προστακυκλίνης και τέλος ευνοούν την παραγωγή θρομβοξάνης Α2 από τα αιμοπετάλια. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αύξηση της σεροτονίνης του πλάσματος και τελικά της αγγειοτενσίνης ΙΙ, η οποία βελτιώνει την μητροπλακουντιακή λειτουργία με αύξηση της πίεσης διήθησης. Ο μηχανισμός αυτός εμφανίζεται σε ήπιες μορφές προεκλαμψίας και έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης στην μητέρα.

Αντίθετα, σε περιπτώσεις βαριάς προεκλαμψίας παρατηρείται σημαντική βλάβη του ενδοθηλίου και αδυναμία δράσης των αυξημένων επιπέδων της σεροτονίνης. Το γεγονός αυτό προκαλεί αδυναμία βελτίωσης της μητροπλακουντιακής λειτουργίας, που έχει ως αποτέλεσμα την προοδευτική αγγειοσυστολή και την περαιτέρω συσσώρευση αιμοπεταλίων. Τελικά, εγκαθίσταται η υπέρταση με ταυτόχρονη ελάττωση της μητροπλακουντιακής ροής του αίματος.

Παθοφυσιολογία της νόσου

Η προεκλαμψία αποτελεί μία πολυσυστηματική νόσο, στην οποία η αρχική βλάβη εντοπίζεται στον πλακούντα. Οι βλάβες στον πλακούντα έχουν ως αποτέλεσμα την τοπική ισχαιμία και την απελευθέρωση ενός ειδικού παράγοντα από την συγκυτιοτροφοβλάστη, που προκαλεί περιφερική αγγειοσύσπαση και κυτταρική δυσλειτουργία. Οι διαταραχές αυτές προκαλούν αρχικά μεταβολές στην νεφρική λειτουργία και στον όγκο του αίματος και στην συνέχεια την εκδήλωση συμπτωμάτων από όλα σχεδόν τα συστήματα της εγκύου.

Κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά το 2ο τρίμηνο, παρατηρείται σημαντική αύξηση του όγκου του αίματος και του όγκου παλμού της εγκύου. Αντίθετα, παρατηρείται ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και περιφερική αγγειοδιαστολή λόγω ελάττωσης των περιφερικών αντιστάσεων. Στην υπερτασική νόσο πολλοί από τους παράγοντες, που ρυθμίζουν τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, όπως οι προσταγλανδίνες ή το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, μεταβάλλονται σημαντικά κατά την διάρκεια της κύησης με αποτέλεσμα την διαταραχή της ισορροπίας αγγειοσυσπαστικών-αγγειοδιασταλτικών ουσιών, την αύξηση των αντιστάσεων και τελικά την εμφάνιση υπέρτασης.

Η ισχαιμία που προκαλείται λόγω της αγγειοσυστολής στην μητροπλακουντιακή κυκλοφορία συντελεί στην καταστροφή του πλακουντιακού ιστού και στην απελευθέρωση τροφοβλαστικών στοιχείων στην περιφερική κυκλοφορία. Τα τροφοβλαστικά αυτά στοιχεία είναι πλούσια στον ειδικό παράγοντα που επισπεύδει την διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη και προκαλεί την εμφάνιση βλαβών στους νεφρούς, στο ήπαρ και στον πλακούντα. Η νεφρική βλάβη, σε συνδυασμό με την ελάττωση της αιματικής ροής, προκαλεί την ελάττωση του ρυθμού της σπειραματικής διήθησης με αποτέλεσμα την κατακράτηση Na+, ύδατος και ελάττωσης του ενδοαγγειακού όγκου σε σχέση με τον εξωκυττάριο. Η αύξηση του εξωκυτταρίου όγκου προκαλεί την εμφάνιση οιδήματος, το οποίο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτελεί το πρώτο κλινικό σημείο της προεκλαμψίας. Ταυτόχρονα, η αυξημένη κατακράτηση Na+ αυξάνει την δραστηριότητα της αγγειοτενσίνης Π, συντελώντας έτσι σε περαιτέρω αγγειοσυστολή και ιστική βλάβη.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά την φυσιολογική κύηση, είναι δυνατόν να εμφανισθούν πλακουντιακά έμφρακτα, στην περίπτωση όμως της προεκλαμψίας συναντώνται σε αυξημένη συχνότητα. Το γεγονός αυτό προκαλεί την ελάττωση της μητροπλακουντιακής ροής του αίματος, με αποτέλεσμα την ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη του εμβρύου, που μερικές φορές μπορεί να οδηγήσει και στον ενδομήτριο θάνατο του.

Στην υπερτασική νόσο η λειτουργία του ήπατος επηρεάζεται σημαντικά, με αύξηση των τιμών την ηπατικών ενζύμων, ιδιαίτερα στην αρχή της νόσου, ενώ σε βαριές καταστάσεις μπορεί να εκδηλωθεί και ίκτερος.

Σε σοβαρές μορφές προεκλαμψίας η ταυτόχρονη παρουσία αιμόλυσης, αύξησης των τιμών των ηπατικών ενζύμων και θρομβοπενίας δημιουργεί το σύνδρομο H.E.L.L.P. Ο μηχανισμός του συνδρόμου συνίσταται στην απόφραξη πολλών αγγείων, που έχει ως αποτέλεσμα την συγκόλληση και περαιτέρω κατανάλωση των αιμοπεταλίων. Η θρομβοπενία τις περισσότερες φορές είναι σοβαρή και μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλική αιμορραγία της μητέρας.

Συμπτώματα - Διάγνωση

Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα και σημεία της υπερτασικής νόσου είναι η αρτηριακή υπέρταση, η λευκωματουρία και το οίδημα. Παρ' ότι μπορεί στην αρχή να διαδράμει ασυμπτωματικά, υπάρχουν συμπτώματα τα οποία δεν θα πρέπει να παρερμηνευθούν, μια και συχνά αποτελούν την αρχική εκδήλωση της νόσου, αλλά και είναι ιδιαίτερα δυσοίωνα. Αυτά τα συμπτώματα είναι η μετωπιαία κεφαλαλγία, οι διαταραχές της όρασης και το άλγος του επιγαστρίου.

Η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί το κυριότερο σημείο και κριτήριο για την διάγνωση της προεκλαμψίας. Πολλές πρωτοτόκες γυναίκες εμφανίζουν μία μικρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης κατά το 2ο τρίμηνο της κύησης. Αύξηση όμως της διαστολικής πίεσης κατά 15 mmHg ή της συστολικής κατά 30 mmHg συνδέεται με την εμφάνιση της νόσου.

Η εμφάνιση του οιδήματος, αν και είναι φυσιολογικό εύρημα στις περισσότερες γυναίκες κατά την κύση, αποτελεί πολλές φορές σημαντικό προγνωστικό σημείο της νόσου. Το οίδημα συνήθως γενικεύεται ταχύτατα και είναι ιδιαίτερα εμφανές στο πρόσωπο, στα άνω και στα κάτω άκρα. Το οίδημα οφείλεται στην υπολευκωματιναιμία, είναι ζυμώδες και αφήνει εντύπωμα κατά την εφαρμογή πίεσης. Η απότομη αύξηση του σωματικού βάρους σε διάστημα 1-2 ημερών αυξάνει τις υποψίες για την εμφάνιση της νόσου.

Η πρωτεϊνουρία εμφανίζεται αργότερα από την υπέρταση και συνήθως μετά την ανάπτυξη του οιδήματος, όταν πλέον η νόσος έχει εγκατασταθεί.

Η εμφάνιση της κεφαλαλγίας αποτελεί συχνό σύμπτωμα της βαριάς μορφής της νόσου. Έχει συνήθως μετωπιαία εντόπιση και δεν υποχωρεί με την λήψη απλών αναλγητικών. Η εμφάνιση επιγαστρικού άλγους ή, συνηθέστερα, άλγους στο δεξιό υποχόνδριο είναι συχνό σύμπτωμα, ιδιαίτερα σε σοβαρές μορφές της νόσου και χαρακτηριστικά σε περιπτώσεις συνδρόμου H.E.L.L.P. Οφείλεται συνήθως σε ισχαιμία του ήπατος ή σε διόγκωση της ηπατικής κάψας, λόγω του οιδήματος και της αιμορραγίας.

Η διάγνωση της υπερτασικής νόσου της κύησης γίνεται όταν σε δύο διαφορετικές ημέρες και με την γυναίκα σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας ανευρίσκεται διαστολική αρτηριακή πίεση μεγαλύτερη από 90 mmHg.

Η νόσος, με βάση την αύξηση της πίεσης, μπορεί να διακριθεί στην:

  • Ελαφρά, όπου παρατηρείται αύξηση της διαστολικής πίεσης έως 90 mmHg, χωρίς πρωτεϊνουρία.
  • Μέτρια, με διαστολική πίεση από 100-110 mmHg, χωρίς πρωτεϊνουρία.
  • Βαριά, με διαστολική πίεση μεγαλύτερη από 110 mmHg και με πρωτεϊνουρία μεγαλύτερη από 0,3 g/lt/24ωρο.

Επιπλοκές

Η υπερτασική νόσος της κύησης συνδέεται με την εμφάνιση επιπλοκών τόσο από την μητέρα όσο και από το έμβρυο. Οι επιπλοκές εμφανίζονται συνήθως σε σοβαρές μορφές της νόσου.

Οι μητρικές επιπλοκές, που μπορούν να εμφανισθούν, συνίστανται κυρίως στην εμφάνιση αποκόλλησης του πλακούντα, αιμόλυσης, εγκεφαλικής αιμορραγίας, ηπατικών και νεφρικών βλαβών . Όσον αφορά στο έμβρυο, η ελάττωση της αιματικής ροής συνδέεται με αυξημένη συχνότητα προώρου τοκετού, υπολειπόμενης ανάπτυξης ή ακόμη και με ενδομήτριο θάνατο.

Πρόληψη

Μια και οι περισσότερες έγκυες γυναίκες είναι ασυμπτωματικές στα αρχικά στάδια της νόσου, καθίσταται απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος, ιδιαίτερα σε εκείνες οι οποίες εμφανίζουν προδιάθεση για την εμφάνιση της νόσου.

Η αιφνίδια αύξηση του σωματικού βάρους ή της διαστολικής αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο ήμισυ της κύησης, αποτελεί ένδειξη εμφάνισης της νόσου. Κάθε έγκυος γυναίκα θα πρέπει να εξετάζεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα και τακτικότερα μετά την 32η εβδομάδα της κύησης με έλεγχο του σωματικού βάρους, της αρτηριακής πίεσης και με τον απαραίτητο εργαστηριακό έλεγχο.

Για την πρόληψη της νόσου, ιδιαίτερα στις γυναίκες με προδιάθεση, έχει χρησιμοποιηθεί η ασπιρίνη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. όταν υπάρχει αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο. Η ασπιρίνη δρα ως αναστολέας της δραστηριότητας της κυκλο-οξυγενάσης και της συνάθροισης των αιμοπεταλίων. Η χαμηλή δόση της ασπιρίνης αναστέλλει την σύνθεση της θρομβοξάνης Α2. Έτσι, συστήνεται σε γυναίκες με οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό προεκλαμψίας ή εκλαμψίας η λήψη ασπιρίνης σε δόση 60 mg/ημέρα από την 16η εβδομάδα της κύησης μέχρι τον τοκετό.

Παρακολούθηση της υπερτασικής εγκύου

Η εγκατάσταση της υπερτασικής νόσου είναι δυνατόν να συνδεθεί με την εμφάνιση σοβαρών επιπλοκών, τόσο από την μητέρα, όσο και από το έμβρυο. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητη η παρακολούθηση της κλινικής κατάστασης της μητέρας, καθώς και της λειτουργίας του πλακούντα.

Για την σωστή παρακολούθηση και εκτίμηση της κατάστασης της υπερτασικής εγκύου πρέπει να γίνονται τα εξής:

Ημερήσια καταγραφή των διακυμάνσεων της αρτηριακής πίεσης

Η αρτηριακή πίεση παρουσιάζει φυσιολογικά πτώση κατά το πρώτο ήμισυ της κύησης, ενώ κατά την διάρκεια του 3ου τριμήνου επανέρχεται στα προ της κύησης επίπεδα. Είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος της συστολικής και διαστολικής πίεσης.

Έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας

Θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά η ποσότητα των αποβαλλομένων ούρων και να γίνεται προσδιορισμός των αποβαλλομένων πρωτεϊνών.

Έλεγχος της ουρίας, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος Σε περιπτώσεις βαριάς προεκλαμψίας εμφανίζουν σημαντική αύξηση.

Έλεγχος του πηκτικού μηχανισμού

Στην βαριά υπερτασική νόσο παρατηρείται ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων καθώς και κατανάλωση των παραγόντων της πήξης. Τέλος, η προεκλαμψία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε δυσλειτουργία του πλακούντα και επομένως είναι σημαντική η παρακολούθηση της λειτουργίας του και η εκτίμηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό είναι:

Το βιοφυσικό προφίλ του εμβρύου

Περιλαμβάνει τον υπερηχογραφικό έλεγχο των κινήσεων του εμβρύου, τις αδρές κινήσεις του σώματος, τον καρδιακό ρυθμό και την εκτίμηση της ποσότητας του αμνιακού υγρού.

Διαδοχικές υπερηχογραφικές μετρήσεις

Η εκτίμηση της αμφιβρεγματικής διαμέτρου, της περιμέτρου της κοιλίας και του μήκους του μηριαίου οστού χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης.

H Doppler Υπερηχογραφία

Εκτιμάται η αιματική ροή στα μητρικά και εμβρυϊκά αγγεία.

Το καρδιοτοκογράφημα

Η εκτίμηση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού και της δραστηριότητας της μήτρας παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του εμβρύου.

Θεραπεία της υπερτασικής νόσου

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της προεκλαμψίας έχει ως στόχο την πρόληψη εκδήλωσης της βαριάς μορφής της νόσου, καθώς και την πρόληψη των σοβαρών επιπλοκών της μητέρας και του εμβρύου.

Η αντιμετώπιση της προεκλαμψίας πρέπει να γίνεται σε ειδική νοσοκομειακή μονάδα και συνίσταται σε:

Κατάκλιση - ανάπαυση της ασθενούς

Η ανάπαυση της ασθενούς για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα σε αριστερή πλάγια θέση συμβάλλει στην βελτίωση της νεφρικής και μη-τροπλακουντιακής ροής του αίματος. Η βελτίωση της νεφρικής ροής οδηγεί σε βελτίωση της διούρησης, σε απώλεια βάρους και σε ελάττωση του οιδήματος.

Φαρμακευτική αγωγή

Για την αντιμετώπιση της προεκλαμψίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν δύο κατηγορίες φαρμάκων:

Αντιϋπερχασικά. Τα συνηθέστερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι η α-μεθυλντόπα και η υδραλαζίνη. Η α-μεθυλντόπα έχει κεντρική δράση, ελαττώνοντας τον τόνο του συμπαθητικού, ενώ η υδραλαζίνη έχει κυρίως αγγειοδιασταλτική δράση και είναι αυτή που συνήθως χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της προεκλαμψίας.

Ηρεμιστικά. Η χορήγηση ηρεμιστικών στην αντιμετώπιση της ήπιας προεκλαμψίας είναι πιθανόν να βοηθήσει. Σε ύπαρξη αυξημένων τονικών αντανακλαστικών και εγκεφαλικής διεγερσιμότητας η χορήγηση διαζεπάμης 10-20 mg/6ωρο ελαττώνει τον κίνδυνο εμφάνισης σπασμών. Η θεραπεία με διαζεπάμη χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η μακρά χορήγηση της μπορεί να οδηγήσει σε πλακουντιακή μεταφορά του φαρμάκου με αποτέλεσμα την πρόκληση υποτονίας και υποθερμίας του εμβρύου. Εκτός από την διαζεπάμη, η χορήγηση θειϊκού μαγνησίου έχει καλά αποτελέσματα, προκαλώντας μείωση της φλοιϊκής διεγερσιμότητας, ενώ παράλληλα εμφανίζει και αντιϋπερτασική δράση.

Εκλογή του τρόπου διενέργειας του τοκετού

Τα κριτήρια για τον τρόπο διενέργειας του τοκετού εξαρτώνται από την ωριμότητα του εμβρύου, την βαρύτητα της νόσου και ιδιαίτερα τον βαθμό πρωτεϊνουρίας, καθώς και από την παρουσία άλλων επιπλοκών. Στις ασθενείς με βαριά προεκλαμψία θεωρείται σήμερα επιβεβλημένη η διενέργεια πρόκλησης τοκετού ή καισαρικής τομής, για να διασφαλισθεί αφ' ενός η υγεία της μητέρας και αφ' ετέρου η βιωσιμότητα του εμβρύου, καθώς ο κίνδυνος από την παραμονή του εμβρύου στην μήτρα είναι μεγαλύτερος από αυτόν της προωρότητας.

Όσον αφορά στην αναλγησία κατά τον τοκετό, η εφαρμογή της επισκληρίδιας αναλγησίας δεν εγκυμονεί κίνδυνους και συνήθως προτιμάται.

Ρωτήστε δωρεάν ό,τι θέλετε τον Μαιευτήρα Θάνο Παράσχο.

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Δρ. Θάνο Παράσχο στα τηλέφωνα +(30) 210 6774104 και +(30) 697 3000432 ή συμπληρώνοντας την φόρμα επικοινωνίας μας.

Μην αφήνετε το χρόνο να περνάει, κλείστε δωρεάν ραντεβού άμεσα!

Επικοινωνήστε με τον Δ. Θάνο Παράσχο σήμερα