Βλαστικά Κύτταρα | Εξωσωματική Γονιμοποίηση στο ΕmBIO | www.ivf-embryo.gr

Βλαστικά Κύτταρα

Δείτε την κάλυψη του ΙΑΣΩ από το ταμείο σας!

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 είναι γνωστό ότι το αίμα του πλακούντα του νεογνού, που μετά τη γέννηση απορρίπτεται, περιέχει αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα και για τον λόγο αυτό μπορεί να υποκαταστήσει τα μοσχεύματα του μυελού των οστών στις αιμοποιητικές μεταμοσχεύσεις. Οι αιμοποιητικές μεταμοσχεύσεις ομφαλοπλακουντιακού αίματος μετά χιλιάδες επιτυχημένες εφαρμογές μέχρι σήμερα αποτελούν πλέον μια καθιερωμένη ιατρική πρακτική.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το ομφαλοπλακουντιακό αίμα περιέχει εκτός από τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα και πολυδύναμα κύτταρα (βλαστοκύτταρα), τα οποία μπορούν να διαφοροποιηθούν προς οποιοδήποτε κύτταρο του ανθρώπινου οργανισμού. Τα κύτταρα αυτά προέρχονται από τον μυελό των οστών του νεογνού. Είναι επίσης γνωστό ότι ορισμένα κύτταρα που προέρχονται από τον μυελό των οστών των ενηλίκων μπορούν κα αυτά να διαφοροποιηθούν σε μια μεγάλη ποικιλία κυττάρων του οργανισμού. Από την άλλη πλευρά όμως, έχει αναφερθεί ότι πολυδύναμα κύτταρα, που προέρχονται από κύτταρα μελού των οστών ενος πάσχοντος και γερασμένου ενήλικα, είναι κατώτερα ποιοτικά από τα ίδια, που προέρχονται από τον μυελό των οστών ενός υγιούς νεαρού ατόμου, όπως, π.χ. ενός νεογνού.

Συνεπώς, το αίμα του νεογνού, που απορρίπτεται μαζί με τον πλακούντα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο ως αιμοποιητικό μόσχευμα, αλλά και ως πηγή υψηλής ποιότητος πολυδυνάμων κυττάρων, που θα είναι χρήσιμα σε εφαρμογές αναγεννητικής ιατρικής, όπου σήμερα χρησιμοποιούνται αυτοάλογα κύτταρα από τον μυελό των οστών. Πρόσφατα πειραματικά δεδομένα ανοίγουν τον δρόμο για πολλαπλές εφαρμογές στο μέλλον ακόμη και για δημιουργία μικρών οργάνων, όπως είναι π.χ. οι καρδιακές βαλβίδες.

Ένα πρώτο υπόδειγμα μεθόδου αναγεννητικής ιατρικής, που εφαρμόζεται σήμερα και στη χώρα μας, είναι η αναγέννηση και η επαναιμάτωση του μυοκαρδίου μετά από έμφραγμα. Όπως φαίνεται από πολλές δημοσιεύσεις ερευνητικών αποτελεσμάτων στον διεθνή επιστημονικό τύπο, τα κύτταρα που προέρχονται από το αίμα του ομφαλίου λώρου μπορεί να είναι όχι μόνο εφάμιλλα αλλά καλύτερα για τη συγκεκριμένη εφαρμογή. Δυστυχώς, όμως, οι σημερινοί ασθενείς, δεν διαθέτουν αυτόλογα μοσχεύματα από τον ομφάλιο λώρο μόνο και μόνο επειδή την εποχή της γέννησής τους ουδείς γνώριζε τις θεραπευτικές δυνατότητες, που θα μπορούσαν να προσφέρουν σήμερα τα βλαστοκύτταρα.

Παρ' όλ' αυτά κάποιοι εστιάζουν τις προσπάθειές τους στο να στερήσουν από τους μελλοντικούς ασθενείς τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε υψηλής ποιότητος αυτόλογα βλαστοκύτταρα, όταν αυτοί τα χρειασθούν. Στερώντας από τους μελλοντικούς ασθενείς τη δυνατότητα να φυλάξουν βλαστοκύτταρα από το αίμα του ομφαλίου λώρου, στερούμε από την ιατρική του μέλλοντος και τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει έστω και δοκιμαστικά μια πρώτη ύλη, που τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι είναι πολύτιμη.

Είναι γενικά παραδεκτό ότι τα αυτόλογα μοσχεύματα είναι προτιμότερα από τα ετερόλογα για εφαρμογές αναγεννητικής ιατρικής, όπως αυτή της επούλωσης του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή της θεραπείας της εγκεφαλικής παράλυσης. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας του κινδύνου της οξείας ή της χρόνιας αντίδρασης του μοσχεύματος εναντίον του ξενιστή, που πάντα ελλοχεύει σε μια ετερόλογη μεταμόσχευση, ακόμη και με "ισοσυμβατό" δότη.

Υπάρχουν χιλιάδες συνδυασμοί του συστήματος ιστοσυμβατότητας των αντιγόνων των λεμφοκυττάρων του ανθρώπου (ΗLA) και μοιραία η εργαστηριακή τυποποίηση των αντιγόνων αυτών είναι ακόμη ατελής. Παρ' όλο που σήμερα ελέγχονται τα κυριότερα αντιγόνα του συστήματος αυτού, ο έλεγχος κατά HLA δεν αποκλείει την αντίδραση του μοσχεύματος κατά του ξενιστή και έτσι 30% περίπου των ατόμων, που σύμφωνα με τα εργαστηριακά αποτελέσματα θεωρούνται μεταξύ τους συμβατά, είναι στην πράξη ασύμβατα. Το ποσοστό της μη ανιχνεύσιμης εργαστηριακά ασυμβατότητας είναι πολύ μικρότερο, όταν πρόκειται για μεταμόσχευση μεταξύ αδελφών, όπου η πιθανότητα γενετικής συμβατότητας είναι μία στις τέσσερις και αμελητέο σε μονοωογενείς διδύμους που ταυτίζονται γενετικά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και μεταξύ εργαστηριακά ιστοσυμβατών αδελφών δεν αποκλείονται διαφορές σε ελάσσονα αντιγόνα ιστοσυμβατότητος, που όμως, προκαλούν συνήθως χρόνια και όχι οξεία νόσο. Στην περίπτωση ιστοσυμβατών αδελφών το αίμα του ομφαλίου λώρου του αδελφού φαίνεται ότι είναι το ιδανικό μόσχευμα, με αμελητέα πλέον πιθανότητα ασυμβατότητας, δεδομένου ότι τα αιμοποιητικά μοσχεύματα από τον ομφάλιο λώρο παρουσιάζουν λόγω ανωριμότητας ελαττωμένη αντιγονικότητα.

Το γεγονός αυτό δημιούργησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 την ανάγκη ίδρυσης οικογενειακών τραπεζών φύλαξης μοσχευμάτων από τον ομφάλιο λώρο, οι οποίες έχουν χορηγήσει μέχρι σήμερα σε αδέλφια και άλλους συγγενείς εκατοντάδες μοσχεύματα. Στις τράπεζες αυτές η φύλαξη γίνεται με έξοδα της οικογένειας, η οποία είναι και ο μοναδικός δικαιούχος του μοσχεύματος.

Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη τράπεζες ετερόλογων μοσχευμάτων αίματος ομφαλίου λώρου (δημόσιες), οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν χορηγήσει μέχρι σήμερα χιλιάδες μοσχεύματα σε ασθενείς. Οι τράπεζες αυτές, για να καλύψουν το κόστος τους, διαθέτουν τα μοσχεύματα έναντι αμοιβής, ενώ παράλληλα επιχορηγούνται από το δημόσιο ή από κοινωφελή ιδρύματα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ακόμη δνε ήταν γνωστό ότι τα πολυδύναμα βλαστοκύτταρα που βρίσκονται στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα είναι άριστη πρώτη ύλη για εφαρμογές αναγεννητικής ιατρικής, άρχισε μία αντιπαράθεση μεταξύ των υποστηρικτών της "δημόσιας" και της "οικογενειακής" φύλαξης.

Οι υποστηρικτές της "δημόσιας" φύλαξης, που τυχαίνει να είναι και οι ίδιοι που διαχειρίζονται τα αιμοποιητικά μοσχεύματα, διατείνονταν ότι:

  • Η πιθανότητα χρήσης ενός αιμοποιητικού αυτομοσχεύματος είναι μικρή, άρα τα δείγματα που φυλάσσονται σε οικογενειακές τράπεζες μάλλον δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ.
  • Τα δείγματα που συλλέγονται σε οικογενειακές τράπεζες δεν είναι κατάλληλα για αυτόλογη χρήση σε περίπτωση λευχαιμίας επειδή μεταφέρουν την προδιάθεση για λευχαιμία.
  • Τα αυτόλογα μοσχεύματα είναι έτσι κι αλλιώς ακατάλληλα για τη θεραπεία της λευχαιμίας, για την καταπολέμηση της οποίας απαιτείται ετερόλογη μεταμόσχευση.
  • Οι οικογενειακές τράπεζες αποσύρουν μοσχεύματα από την παγκόσμια δεξαμενή.
  • Πολλά από τα δείγματα που συλλέγονται στις οικογενειακές τράπεζες θα απορρίπτονταν από τις "δημόσιες".
  • Ο τρόπος φύλαξης στις "δημόσιες" τράπεζες ακολουθεί ασφαλέστερες προδιαγραφές από ό,τι στις οικογενειακές.

Όμως τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν πλέον τα πιο πάνω επιχειρήμτα.

Η ετήσια συχνότητα εμφάνισης καρκίνου σε παιδιά υπολογίζεται 130 στο εκατομμύριο, άρα η πιθανότητα να αναπτύξει ένα παιδί καρκίνο ή λευχαιμία μέχρι την ηλικία των 16 ετών είναι 1 στα 500 και περίπου για ένα από τα τέσσερα παιδιά με καρκίνο απαιτείται για τη θεραπεία τους αιμοποιητική μεταμόσχευση. Άρα η πιθανότητα να χρειασθεί το ίδιο το παιδί το αιμοποιητικό μόσχευμα μέχρι την ηλικία των 16 ετών είναι 1 στις 2.000. Δηλαδή επί 110.000 περίπου ετησίων γεννήσεων στη χώρα μας (www.statistics.gr) περίπου 55 παιδιά από 0-16 ετών χρειάζονται κάθε έτος αιμοποιητική μεταμόσχευση. Η πιθανότητα χρήσης του μοσχεύματος διπλασιάζεται, αν υπολογίσει κανείς και τους εξ αίματος συγγενείς που μπορεί να κάνουν χρήση του μοσχεύματος. Αν υπολογίσει κανείς την ίδια πιθανότητα μέχρι και την ηλικία των εβδομήντα ετών, αυτή φθάνει στο 1/20042. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πιθανότητα αυτή περιλαμβάνει μόνο την περίπτωση του αιμοποιητικού μοσχεύματος και όχι τις εφαρμογές που τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι θα αποτελούν ρουτίνα στο μέλλον, όπως π.χ. το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το εγκεφαλικό επεισόδιο ή ο σακχαρώδης διαβήτης. Αν συνυπολογίσει κανείς και τέτοιου είδους εφαρμογές, η χρησιμοποίηση των βλαστοκυττάρων από τον ομφάλιο λώρο σε κάποια στιγμή της ζωής του παιδιού πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαια.

Η συχνότητα εμφάνισης προλευχαιμικών κλώνων στην κυκλοφορία του αίματος είναι 100 φορές μεγαλύτερη από αυτή της παιδικής λευχαιμίας. Αυτό σημαίνει ότι μόνο 1% των παιδιών με προλευχαιμικό κλώνο θα αναπτύξουν λευχαιμία. Επίσης, είναι άγνωστο αν όλα τα παιδιά με λευχαιμία είχαν τον προλευχαιμικό κλώνο στο αίμα του ομφαλίου λώρου. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα ετερόλογα μοσχεύματα δεν ελέγχονται για την πιθανότητα ύπαρξης γενετικής προδιάθεσης για λευχαιμία, ως θα όφειλε να γίνεται, εάν η πιθανότητα του 1% ήταν σημαντική. Πρόσφατα δημοσιεύθηκε επιτυχημένη αυτόλογη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων του ομφαλίου λώρου σε παιδί με λευχαιμία, ενώ επιτυχημένη αυτόλογη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων του ομφαλίου λώρου έχει γίνει και στο παρελθόν για τη θεραπεία του ρετινοβλαστώματος, που είναι καρκίνος με σαφή γενετική προδιάθεση.

Η αυτομεταμόσχευση μυελού των οστών αποτελεί σήμερα θεραπεία επιλογής σε αιματολογικά νοσήματα, όπως τα λεμφώματα και το πολλαπλούν μυέλωμα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει καταληφθεί από τη νόσο ο μυελός των οστών. Επιπλέον η αυτόλογη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων χρησιμοποιείται και σε νοσήματα, όπως η κατά πλάκας σκλήρυνση. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι η αυτόλογη μεταμόσχευση μυελού των οστών αποτελεί σήμερα συχνή θεραπεία και στις λευχαιμίες, όπου η αυτομεταμόσχευση γίνεται μετά από χημειοθεραπεία, που σκοπό έχει να απομακρύνει τα λευχαιμικά κύτταρα από τον μυελό των οστών. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην περίπτωση της λευχαιμίας είναι η αναζωπύρωση της νόσου, που μπορεί να αποδοθεί σε υπολειπόμενα λευχαιμικά κύτταρα στο αυτομόσχευμα, ενώ το μεγαλύτερο πρόβλημα στα ετερόλογα μοσχεύματα είναι η οξεία και η χρόνια αντίδραση του μοσχεύματος κατά του ξενιστή. Έτση η συνολική επιβίωση μεταξύ αυτό- και ετερομεταμοσχευθέντων στη λευχαιμία δεν διαφέρει σημαντικά. Ποιο λοιπόν, πρόβλημα δημιουργείται εάν ο ασθενής διαθέτει το δικό του αυτομόσχευμα ή έστω ένα ετερομόσχευμα από HLA συμβατό αδελφό, επειδή οι γονείς τους είχαν προνοήσει να φυλάξουν το αίμα του ομφαλίου λώρου; Γιατί αυτό το αυτομόσχευμα είναι ακατάλληλο και τα άλλα όχι; Η πιθανότητα της πειραματικής θεραπείας με μη συμβατά αλλομοσχεύματα που επικαλούνται ορισμένοι δεν δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης αυτομοσχεύματος, όταν αυτό υπάρχει. Ο γιατρός πρέπει πάντα να αποφασίζει προς όφελος του ασθενούς κατά περίπτωση και με βάση τα επιστημονικά δεδομένα.

Το επιχείρημα ότι οι οικογενειακές τράπεζες αποσύρουν μοσχεύματα από την παγκόσμια δεξαμενή, έχει αποδειχθεί έωλο, δεδομένου ότι το ποσοστό των γονέων, που αποφασίζουν να φυλάξουν τα βλαστοκύτταρα του παιδιού τους σε οικογενειακές τράπεζες, με τους πιο αισιόδοξους υπολογισμούς μόλις και ξεπερνά σήμερα το 10%. Οι "δημόσιες" τράπεζες θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να συλλέγουν το υπόλοιπο 90%. Το ερώτημα είναι: γιατί δεν το κάνουν; Από την άλλη πλευρά όμως, ορισμένες οικογενειακές τράπεζες διεθνώς προσφέρουν σήμερα και δημόσια φύλαξη, ενώ άλλες ορίζονται εξ αρχής ως υβριδικές, δηλαδή δίνουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δημόσιας και οικογενειακής χρήσης, εάν προκύψει ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ένα συγκεκριμένο δείγμα. Με τον τρόπο αυτό η οικογενειακή φύλαξη όχι μόνο δεν μειώνει, αλλά πολλαπλασιάζει σημαντικά τα διαθέσιμα δημόσια δείγματα. Στην Αγγλία γνωστός επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης αεροπορικής εταιρείας, πρόσφατα ανακοίνωσε τη λειτουργία της πρώτης "υβριδικής τράπεζας ομφαλίου λώρου" και στην Ευρώπη. Στη Γαλλία ήδη συζητείται να επιτραπεί η δημιουργία ιδιωτικών τραπεζών μαι που αρκετοί Γάλλοι γονείς καταφεύγουν στο εξωτερικό, προκειμένου να επωφεληθούν από την ιδιωτική φύλαξη, ενώ η απαγόρευση ουδόλως ωφέλησε τη δημόσια φύλαξη. Αντίθετα, η Γαλλία από πρωτοπόρος στον τομέα των βλαστοκυττάρων από το αίμα του ομφαλίου λώρου κατά τη δεκαετία του 1980 σήμερα είναι ουραγός. Στην Κύπρο, στην Αγγλία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Γερμανία, Ελβετία, Αυστρία, Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ισραήλ, την Τουρκία, στις αναπτυσσόμενες χώρες της μέσης και άπω ανατολής, στην κεντρική και νότια Αμερική, τη νότια Αφρική, εταιρείες βιοτεχνολογίας φυλάσσουν βλαστοκύτταρα. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να το διαπιστώσει ερευνώντας το διαδίκτυο. Στην Ιταλία πρόσφατα επετράπη εκ νέου η ιδιωτική φύλαξη βλαστοκυττάρων από τον ομφάλιο λώρο.

Το μέσο διεθνώς αποδεκτό ποσοστό απόρριψης σε δημόσιες τράπεζες είναι περίπου 20% αν και κάποιες από αυτές ομολογούν ότι το ποσοστό απόρριψής τους μπορεί να φθάνει και το 70% (Καθημερινή της Κυριακής, 27-5-2007). Οι οικογενειακές τράπεζες πληροφορούν τους γονείς για τα αποτελέσματα του ποιοτικού ελέγχου του δείγματος που έχουν συλλέξει. Ορισμένες μεγάλες οικογενειακές τράπεζες έχουν καθιερώσει τη δωρεάν φύλαξη σε περίπτωση "μικρού δείγματος" ή δείγματος με βακτηριολογικό φορτίο. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η έννοια του "μικρού δείγματος" σε λίγα χρόνια θα είναι ξεπερασμένη, δεδομένου ότι ήδη δοκιμάζονται κλινικά πρωτόκολλα εξωσωματικού πολλαπλασιασμού των βλαστοκυττάρων, ενώ μοσχεύματα με βακτηριολογικό φορτίο μπορεί να χρησιμοποιηθούν μετά από κατεργασία με αντιβιοτικά. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι με τη μέθοδο της έκπλυσης των αγγείων του πλακούντα δίνεται η δυνατότητα συλλογής ποσότητας βλαστοκυττάρων ικάνής να καλύψει ακόμη και υπέρβαρα ενήλικα άτομα.

Είναι γεγονός ότι τα βλαστοκύτταρα μπορούν να διατηρηθούν για πολλά χρόνια κάτω από την επιφάνεια του υγρού αζώτου. Αν και μακροχρόνια κρυοσυντήρηση έχει αναφερθεί μόνο για φύλαξη σε κρυοσωληνάρια, είναι γενικά αποδεκτό ότι το σχήμα του δοχείου συντήρησης (ασκός ή σωληνάριο) δεν επηρεάζει τη βιωσιμότητα των κυττάρων. Η χρήση ασκών κρυοσυντήρησης είναι προτιμητέα στις δημόσιες και ορισμένες ιδιωτικές τράπεζες λόγω του ευκολότερου χειρισμού και της δυνατότητας αυτοματοποίησης, που προσφέρει εξοικονόμηση σε χρόνο εργασίας και σε έμπειρο προσωπικό. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι γνωστό ότι οι ακοί συλλογής γίνονται εύθραυστοι σε χαμηλές θερμοκρασίες και μπορεί όχι μόνο να χάσουν το περιεχόμενό τους αλλα και να μολύνουν τους γύρω ασκούς, που κι αυτοί μπορεί να παρουσιάζουν μικρές ρωγμές. Η λύση στο πρόβλημα αυτό είναι η συντήρηση των ασκών σε ατμούς υγρού αζώτου τουλάχιστον μέχρι την ολοκλήρωση του ιολογικού και μικροβιολογικού ελέγχου. Όμως η θερμοκρασία των ατμών του υγρού αζώτου μπορεί να ποικίλει, μειώνοντας έτσι τη βιωσιμότητα των κυττάρων. Έτσι, οι δημόσιες τράπεζες που φυλάγουν τα βλαστοκύτταρα σε ασκούς έχουν να να διαλέξουν ανάμεσα στην πιθανότητα μολυνσης και την ελαττωμένη βιωσιμότητα. Η ελαττωμένη βιωσιμότητα αντιμετωπίζεται με την αποδοχή μόνο δειγμάτων με πολύ υψηλή συγκέντρωση βλαστοκυττάρων. Από την άλλη πλευρά δεν έχει αναφερθεί μόλυνση σε δείγματα, που φυλάσσονται σε κρυοσωληνάρια κάτω από το υγρό άζωτο και μάλιστα η μόλυνση αποκλείεται, εάν αυτά είναι καλυμμένα με το ειδικό πλαστικό κάλυπτρο Cryosheath.

Επειδή, λοιπόν, τα επιστημονικού τύπου επιχειρήματα εναντίον των οικογενειακών τραπεζών φύλαξης βλαστικών κυττάρων καταρρίπτονταν ένα-ένα, τα τελευταία χρόνια οι θιασώτες και διαχειριστές της "δημόσιας" φύλαξης έθεσαν θέμα "ηθικής φύσεως", αν δηλαδή είναι ηθικό να μην διαθέτουμε αλτρουιστικά προς την κοινωνία τα βλαστοκύτταρα των παιδιών μας, αλλά να τα διαφυλάττουμε ως "εγωιστική επένδυση" για τη μελλοντική τους υγεία.

Το ερώτημα "σε ποιον ανήκει το αίμα του ομφαλίου λώρου;" απαντήθηκε με ελαφριά καρδιά "στην κοινωνία". Η "κοινωνιστική" αυτή άποψη υιοθετήθηκε από την ευρωπαϊκή επιτροπή βιοηθικής και από κυβερνήσεις ευρωπαϊκών κρατών, με αποτέλεσμα να απαγορευθεί η οικογενειακή φύλαξη βλαστοκυττάρων στην Ιταλία και τη Γαλλία, ενώ στην Ισπανία να υποχρεωθούν οι οικογενειακές τράπεζες να διαθέτουν τα δείγματά τους και για δημόσια χρήση.

Είναι άραγε ηθικό να στερεί ή να δημεύει κανείς από ένα νεογέννητο παιδί, που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ένα υλικό πολύτιμο για το μέλλον του; Τι θα πούμε σε αυτά τα παιδιά; Ότι θεωρήσαμε ότι η υγεία τους άξιζε λιγότερο από τα χρήματα που έπρεπε να διαθέσουμε; Ότι έπρεπε πρώτα να

αξιολογήσουμε όλες τις πιθανές εφαρμογές ενός υλικού, που για να αξιολογηθεί θα έπρεπε πρώτα να είχε φυλαχθεί; Ότι τα ετερομοσχεύματα είναι καλύτερα από τα αυτομοσχεύματα; Ότι η ιδιωτική φύλαξη ήταν μόνο για πριγκίπισσες;

Μήπως τα παιδιά αυτά, όταν ενηλικιωθούν, θα μηνύσουν κάθε υπεύθυνο γι' αυτή την παράληψη, όπως αναφέρει η J. Gunning, καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Cardiff; Μήπως είναι ανήθικο να αποκρύπτουμε από τις μέλλουσες μητέρες ότι το παιδί τους έρχεται μαζί με ένα δώρο από τη φύση, "μια ασφάλεια ζωής", όπως ανέφερε ο καθηγητής R. Short στο ετήσιο συνέδριο της Ακαδημίας επιστημών της Αυστραλίας το 2005;

Η αντιπαράθεση αυτή τείνει σήμερα να καταλήξει στις εξής κοινές παραδοχές:

  • Τα βλαστικά κύτταρα από το αίμα του ομφαλίου λώρου είναι πολύτιμο βιολογικό υλικό, που δεν πρέπει να καταλήγει στα σκουπίδια.
  • Οι γονείς πρέπει, αφού, πληροφορηθούν για τις δυνατότητες που έχουν, να επιλέξουν ελεύθερα τον τρόπο φύλαξης των βλαστοκυττάρων που επιθυμούν.
  • Οι οικογενειακές τράπεζες βλαστικών κυττάρων είναι καλό να παρέχουν στους υποψήφιους γονείς και τη δυνατότητα της δημόσιας φύλαξης ή τη δυνατότητα να δωρίσουν το δείγμα, εάν αυτό χρειασθεί.
  • Όλες οι τράπεζες βλαστοκυττάρων, δημόσιες και οικογενειακές, πρέπει να ακολουθούν τις υψηλότερες προδιαγραφές ποιότητος, να ελέγχονται και να αδειοδοτούνται.

Οι παραδοχές αυτές οδήγησαν στην άρση της απαγόρευσης της οικογενειακής φύλαξης στην Ιταλία, στην έναρξη προγραμμάτων δημόσιας φύλαξης ή μεικτής φύλαξης από οικογενειακές τράπεζες βλαστοκυττάρων στην Αμερική και την Ευρώπη και την αναγγελία της ίδρυσης της πρώτης ευρωπαϊκής "υβριδικής" τράπεζας βλαστοκυττάρων.

Η οικογενειακή φύλαξη βλαστοκυττάρων στη χώρα μας ξεκίνησε μόλις το 2005, ενώ μέχρι τότε οι Έλληνες γονείς, που αποφάσιζαν να φυλάξουν τα βλαστοκύτταρα του παιδιού τους, εξυπηρετούνταν από τους εμπορικούς αντιπροσώπους δεκάδων ξένων εταιρειών, οι οποίες από το 2000 δραστηριοποιούνταν ανεμπόδιστα στην ελληνική αγορά. Η εμφάνιση των ελληνικών εταιρειών φαίνεται ότι για κάποιο λόγο ενόχλησε τόσο τους εμπορικούς αυτόυς μεσάζοντες, όσο και κάποιους από τους διαχειριστές των αιμοποιητικών μοσχευμάτων, οι οποίοι και συμπαραστάθηκαν εναντίων των ελληνικών εταιρειών βιοτεχνολογίας, επαναλαμβάνοντας όψιμα μια συζήτηση που στον διεθνή χώρο φαίνεται ότι βαίνει προς τη λήξη της.

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Δρ. Θάνο Παράσχο στα τηλέφωνα +(30) 210 6774104 και +(30) 697 3000432 ή συμπληρώνοντας την φόρμα επικοινωνίας μας.

Μην αφήνετε το χρόνο να περνάει, κλείστε δωρεάν ραντεβού άμεσα!

Επικοινωνήστε με τον Δ. Θάνο Παράσχο σήμερα