Είστε εδώ |
Πολύ συχνά το αίτιο της υπογονιμότητας εντοπίζεται στις σάλπιγγες. Η δυσλειτουργία των κροσσών μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να καθοδηγήσουν το ωάριο μέσα στις σαλπιγγες. Συμφύσεις γύρω από την σάλπιγγα μπορεί να την παραμορφώσουν, ή να μειώσουν κινητικότητά της, ή να διαταράξουν τη φυσιολογική ανατομική σχέση σαλπιγγας-ωοθήκης, έτσι ώστε να επηρεάσουν δυσμενώς την ικανότητά της να συλλέξει το ωάριο. Βλάβη στα κύτταρα που επενδύουν το εσωτερικό των σαλπιγγων μπορεί να εμποδίσει τα σπερματοζωάρια να φτάσουν το ωάριο ή να εμποδίσουν την γονιμοποίηση.
Aπόφραξη των σαλπιγγων μπορεί επίσης να εμποδίσει το σπέρμα να φτάσει το ωάριο, είτε το ωάριο να κατέβει προς την μήτρα, αυξάνοντας την πιθανότητα εξωμητριας κυησης.
Οι περισσότερες γυναίκες δε θα συνειδητοποιήσουν ότι έχουν πρόβλημα στις σάλπιγγες, μέχρι να ελεγχτούν για γονιμότητα. Κάποιες όμως μπορεί να έχουν έντονους πόνους περιόδου, ανώμαλο κύκλο, ή πόνους στην οσφυϊκή χώρα.
Είναι η συνηθέστερη αιτία προβλημάτων στις σάλπιγγες, ειδικά όταν η λοίμωξη δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, ή δεν αντιμετωπιστεί επαρκώς. Προηγούμενες μολύνσεις της οσφυϊκής χώρας. Σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες όπως χλαμύδια ή γονόρροια. Διασπορά της λοίμωξης από εσωτερικά όργανα όπως απο σκωληκοειδίτιδα. Μετά από έκτρωση, αποβολή ή τοκετό, μία λοίμωξη ίσως επεκταθεί στις σάλπιγγες.
Οποιαδήποτε εγχείρηση στις σάλπιγγες, τις ωοθήκες ή την μήτρα μπορεί να προκαλέσει συγκολλήσεις. Κάποιες φορές και εγχειρήσεις στην κοιλιακή χώρα μπορεί να επηρεάσουν τις σάλπιγγες.
Μπορεί να προκαλέσουν ζημιά στις σάλπιγγες.
Δυσμορφία των σάλπιγγως.
Μπορεί να προκαλέσει ζημιά στις σάλπιγγες, συγκολλήσεις και κάποιες φορές απόφραξη στις σαλπιγγες(πολυ σπανια).
Η πάθηση αυτή αναφέρεται σε παγιδευμένο υγρό μέσα στις σάλπιγγες, λόγω παλαιοτέρων φλεγμονών. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να αποκατασταθεί χειρουργικά, αλλιώς πρέπει να γίνει εξωσωματική γονιμοποίηση. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι υδροσάλπιγγες μειώνουν τις πιθανότητες επιτυχίας και αυξάνουν την πιθανότητα αποβολής. Για τους λόγους αυτούς πολλοί γιατροί συμβουλεύουν αφαίρεση ή απολινωση των υδροσάλπιγγων.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση γυναικών με σαλπιγγικό παράγοντα και ειδικότερα σε υδροσάλπιγγες. Βρέθηκε όμως, ότι σε σοβαρού βαθμού απόφραξη του κωδωνικού στομίου της σάλπιγγας το ποσοστό κυήσεων μειώνεται σημαντικά, γεγονός που δεν συμβαίνει σε άλλου είδους παθήσεις των σαλπίγγων, διαφόρου αιτιολογίας.
Υπάρχουν ποικίλοι παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό εμφύτευσης του γονιμοποιημένου ωαρίου μετά την εξωσωματική γονιμοποίηση. Ένας σημαντικός παράγων, αδιευκρίνιστος ακόμη, είναι το περιβάλλον της κοιλότητος της μήτρας και ο μηχανισμός με τον οποίο το υγρό της υδροσάλπιγγας διαταράσσει την υποδεκτικότητα του ενδομητρίου.
Οι προτεινόμενοι μηχανισμοί με τους οποίους η παρουσία υδροσάλπιγγας μπορεί να υπεισέρχεται στην ελάττωση της επιτυχίας εμφύτευσης είναι:
Πιστεύεται ότι το υγρό της υδροσάλπιγγας μεταφέρεται κατευθείαν στην ενδομητρική κοιλότητα επηρεάζοντας με την τοξικότητά του το ενδομήτριο και το έμβρυο. Πιθανολογείται ότι το υγρό των παθολογικών σαλπίγγων περιέχει μικροοργανισμούς, υπολείμματα κατεστραμμένων κυττάρων, λεμφοκύτταρα και άλλες τοξικές ουσίες, η δε ροή του εντός της μήτρας έχει καταστροφικό αποτέλεσμα στο ενδομήτριο και στο γονιμοποιημένο ωάριο.
Στη δική μας μελέτη, η οποία συνεχίζεται,βρέθηκε ότι σε 80 ασθενείς με υδροσάλπιγγα ΙΙΙ και IV σταδίου το ποσοστό κλινικής κυήσεως ήταν 10%, ενώ σε 17 ασθενείς με σοβαρού βαθμού πυελοπεριτονίτιδα και υδροσάλπιγγες (frozen pelvis) 8%. 26 ασθενείς με υδροσάλπιγγες οι οποίες είχαν τουλάχιστον μία αποτυχημένη προσπάθεια IVF και υποβλήθηκαν σε σαλπιγγεκτομή το ποσοστό κυήσεων ήταν 18%. 45 γυναίκες με υδροσάλπιγγες Ι και ΙΙ σταδίου οι οποίες υποβλήθηκαν σε σαλπιγγοστομία με λαπαροσκοπική χειρουργική, τα δε ποσοστά κυήσεων ήταν 17% ενώ 22 ασθενείς με υδροσάλπιγγες οι οποίες υποβλήθηκαν σε τομή του τελικού τμήματος του ισθμού της σάλπιγγας με τη βοήθεια ακτίνων Λέιζερ CO2 τo ποσοστό κυήσεων ήταν 15% .
Δεν είναι πλήρως εξακριβωμένο, εάν η σαλπιγγεκτομή έχει καταστρεπτικό αποτέλεσμα στην αιμάτωση και την νεύρωση της ωοθήκης οι οποίες ως γνωστόν είναι σημαντικές παράμετροι για την ωοθυλακιογέννεση, την παραγωγή των ορμονών όπως και την ποιότητα και τον αριθμό των ωαρίων.
Άλλα μειονεκτήματα της σαλπιγγεκτομής είναι η εμφάνιση λειτουργικών κύστεων της ωοθήκης και βέβαια η αδυναμία εφαρμογής χειρουργικής αποκατάστασης της σάλπιγγας, μετά επανειλημμένες αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Οι Verhulst και οι συνεργάτες του (1986) υποστηρίζουν ότι η αμφοτερόπλευρη σαλπιγγεκτομή δεν επηρεάζει την ωοθηκική διέγερση σε IVF-ET. Οι ανωτέρω συγγραφείς δεν βρήκαν στατιστικώς σημαντική διαφορά όσον αφορά το χρονικό διάστημα διέγερσης, τα προωρρηκτικά επίπεδα της οιστραδιόλης, και τον αριθμό των ωαρίων μεταξύ των δύο ομάδων. Καθοριστικό σημείο είναι όταν αποφασισθεί σαλπιγγεκτομή με οποιαδήποτε τεχνική να διενεργείται η τομή όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην σάλπιγγα, για την μικρότερη καταστροφή της αιμάτωσης της ωοθήκης. Τονίζεται ιδιαίτερα η προσπάθεια διατήρησης της αιμάτωσης των αναστομωτικών αγγείων μεταξύ της ωοθήκης και της σάλπιγγας.
Ωρισμένοι συγγραφείς προτείνουν την παρακέντηση της υδροσάλπιγγας και την αναρρόφηση του υγρού της πριν από την παραλαβή των ωαρίων με σχετικά καλά αποτελέσματα. Είναι όμως εμφανής ο κίνδυνος μετέπειτα φλεγμονής, όπως επίσης παρατηρήθηκε και αυξημένο ποσοστό αποβολών λόγω της επανασυσσώρευσης του υγρού της υδροσάλπιγγας μετά την παρακέντηση. (Murray και συν. 1998)
Η συχνότης εμφάνισης έκτοπης κύησης μετά σαλπιγγεκτομή σε γυναίκες που υποβλήθηκαν σε IVF ανέρχεται στο 4%, σύμφωνα με τη μελέτη του Dubuisson (1996). Η πιθανή ερμηνεία της επιπλοκής αυτής είναι η αποτυχία εξαίρεσης του μητριαίου τμήματος της σάλπιγγας.
Ο Andersen και οι συν. (1994) παρατήρησαν υψηλό ποσοστό αποβολών (70%) σε ασθενείς με υδροσάλπιγγες μετά IVF, ενώ σε γυναίκες χωρίς υδροσάλπιγγες το ποσοστό ανέρχονταν στο 36%.
Η σαλπιγγοσκόπηση αποτελεί ένα σημαντικό διαγνωστικό μέσο για την εκτίμηση της κατάστασης του βλεννογόνου της σάλπιγγας και επιτρέπει τον ακριβή καθορισμό της παθολογικής κατάστασης του επιθηλίου της. (Vasquez 1995, Brosens 1996).
O καθορισμός του τύπου της υδροσάλπιγγας βάσει των κριτηρίων τα οποία θεσπίσθηκαν από την διεθνή ομοσπονδία γυναικολόγων, βοηθάει σημαντικά τον χειρουργό να αποφασίσει και στη συνέχεια να προτείνει στην ασθενή την επανορθωτική χειρουργική της υδροσάλπιγγας ή την εξωσωματική γονιμοποίηση.
Οι Putteman και Brosens σε μια αντιπαράθεση το 1996, συμφώνησαν τελικώς, ότι δεν πρέπει να διενεργείται σαλπιγγεκτομή πριν να διαγνωσθεί με ακρίβεια η ύπαρξη σοβαρής παθολογίας της σάλπιγγας και ιδιαίτερα του βλεννογόνου της, ή κάποια ειδική χρόνια φλεγμονή της σάλπιγγας. Προτείνουν δε απαραίτητα την σαλπιγγοσκόπηση πριν την χειρουργική επέμβαση για την ακριβή εκτίμηση της καταστάσεως του επιθηλίου της σάλπιγγας και εάν δεν υπάρχει σοβαρού βαθμού βλάβη, η αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι η σαλπιγγοστομία.
Η δική μας στρατηγική στις ασθενείς με υδροσάλπιγγες είναι κατ’αρχήν η εκτίμηση και των άλλων αιτιών στειρότητας όπως η ηλικία, η λειτουργία της ωο-θήκης και ο ανδρικός παράγων. Στη συνέχεια διενεργείται λαπαροσκόπηση και σαλπιγγοσκόπηση. Εάν υπάρχει υδροσάλπιγγα Ι ή ΙΙ σταδίου στον ίδιο χρόνο επιχειρείται σαλπιγγοστομία και αναμονή συνήθως μέχρι 16-18 μήνες. Εάν είναι υδροσάλπιγγα ΙΙΙ ή IV σταδίου διενεργείται σαλπιγγεκτομή ή τομή της σάλπιγγας όσο γίνεται πλησιέστερα στη μήτρα με ακτίνες Λέιζερ CO2 ή με διαθερμία και κατόπιν εξωσωματική γονιμοποίηση. Δυστυχώς δεν υπάρχουν δημοσιευμένες μελέτες που να ελέγχουν τις σάλπιγγες με σαλπιγγοσκόπηση πριν την σαλπιγγεκτομή και τα επακόλουθα αποτελέσματα της εξωσωματικής γονιμοποίησης Απαιτούνται προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες που να αποδεικνύουν τη βελτίωση των αποτελεσμάτων της εξωσωματικής γονιμοποίησης μετά την σαλπιγγεκτομή ή τις άλλες χειρουργικές τεχνικές, σε ασθενείς με υδροσάλπιγγες.
Η ύπαρξη υδροσάλπιγγας σε ασθενείς με πρόβλημα στειρότητας οδηγεί σε χαμηλά ποσοστά εμφύτευσης, χαμηλά ποσοστά κλινικών κυήσεων, υψηλά ποσοστά αποβολών και υψηλά ποσοστά έκτοπων κυήσεων.
Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο οι σοβαρές παθολογικές αλλοιώσεις ιδιαίτερα του βλεννογόνου και του εμπεριεχομένου υγρού της υδροσάλπιγγας επηρεάζουν την εμφύτευση και την ανάπτυξη του εμβρύου, δεν είναι ακόμη επακριβώς γνωστός. Η εμβρυοτοξική δράση του υγρού της υδροσάλπιγγας ενοχοποιείται από τους περισσότερους ερευνητές για τα απογοητευτικά αποτελέσματα συλλήψεων.
Προτείνεται χειρουργική αποκατάσταση της υδροσάλπιγγας (σαλπιγγοστομία), στα στάδια Ι και ΙΙ και σαλπιγγεκτομή σε σοβαρού βαθμού υδροσάλπιγγα και ακολούθως εξωσωματική γονιμοποίηση.
Απαιτείται περισσότερη γνώση της παθοφυσιολογίας της σάλπιγγας και του μηχανισμού μεταφοράς των γαμετών στην μητριαία κοιλότητα, όπως επίσης και προοπτικές μελέτες οι οποίες να συγκρίνουν τα αποτελέσματα κυήσεων με τις διάφορες χειρουργικές τεχνικές και την εξωσωματική γονιμοποίηση, σε ασθενείς με απόφραξη του τελικού τμήματος της σάλπιγγας.
Όλες οι επικοινωνίες είναι άκρως εμπιστευτικές.
Θα σας απαντήσει ο ίδιος ο κος. Παράσχος εντός 24 ωρών.
Η δική μας επιθυμία σε συνεργασία με το πάθος σας για την μητρότητα, είχαν ως αποτέλεσμα τον ερχομό 2 υπέροχων μωρών! Μας βοηθήσατε όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά αφού δεν αισθανθήκαμε ποτέ αμήχανα ή δυσάρεστα μέσα στο ζεστό περιβάλλον του κέντρου. Αυτήν την στιγμή, εκτός από ικανοποίηση και την γλυκιά κούραση της μητρότητας, νιώθω αγάπη, ευγνωμοσύνη προς εσάς και τo κέντρο αλλά και μια μικρή νοσταλγία για την περίοδο της εγκυμοσύνης.
Ένα μεγάλο Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!!!
Πηνελόπη Κ.