Παθήσεις Τραχήλου της Μήτρας | Εξωσωματική Γονιμοποίηση στο ΕΜΒΙΟ | www.ivf-embryo.gr

Παθήσεις Τραχήλου της Μήτρας

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΧΗΛΟΥ

To be able to see the video, download the flash player.

Η εξέταση του τραχήλου της μήτρας αφορά στην επισκόπηση μετά από απώθηση των κολπικών τοιχωμάτων δια κολποδιαστολέων και στην ψηλάφηση μετά το πέρας της επισκόπησης.

Με την επισκόπηση ο ιατρός ελέγχει την εικόνα του εξωτραχήλου, την μορφή του έξω τραχηλικού στομίου, την ύπαρξη έκκρισης βλέννης ή άλλου υγρού από τον ενδοτράχηλο, καθώς και την ύπαρξη όγκων, πολυπόδων, θηλωμάτων, τραυμάτων,συμφύσεων κ.λ.π.

Το επιθήλιο του ενδοτραχήλου είναι μονόστοιβο κυλινδρικό, ενώ του εξωτραχήλου πολύστοιβο πλακώδες. Η μετάπτωση του ενός επιθηλίου στο άλλο παρατηρείται συνήθως στην περιοχή του έξω τραχηλικού στομίου, συχνά όμως το κυλινδρικό επιθήλιο επεκτείνεται στον εξωτράχηλο, παρουσιαζόμενο ως ερυθρά μικροθηλωματώδης ευαίσθητη περιοχή. Η περιοχή αυτή αναφέρεται ως εκτοπία (παλαιότερα εκτρόπιο) και η παρουσία της αποτελεί φυσιολογικό φαινόμενο. Ο λόγος για τον οποίο παρατηρείται εκτοπία σε ορισμένες γυναίκες, και μάλιστα σε έκταση η οποία μερικές φορές καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του εξωτραχήλου, ενώ σε άλλες της ιδίας ηλικίας δεν παρατηρείται , δεν είναι γνωστός. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων το κυλινδρικό επιθήλιο της εκτοπίας υφίσταται με την πάροδο του χρόνου την λεγόμενη πλακώδη μεταπλασία, δηλ.η στοιβάδα των κυλινδρικών κυττάρων αντικαθίσταται από πολύστοιβο πλακώδες επιθήλιο, αρχικά ΄΄άωρο’’, αργότερα δε ‘’ώριμο’’. Η περιοχή η οποία περιλαμβάνει το επιθήλιο που υφίσταται την διαδικασία της μεταπλασίας αναφέρεται ως ζώνη μετασχηματισμού(transformation zone) ή ζώνη μετάπτωσης ή ζώνη μεταπλασίας. Η περιοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι από αυτήν κατά κανόνα εξορμώνται οι αλλοιώσεις της κακοήθους εξαλλαγής του τραχηλικού επιθηλίου. Κατά την κύηση ή κατά την λήψη αντισυλληπτικών δισκίων το κυλινδρικό επιθήλιο επεκτείνεται περισσότερο προς την περιφέρεια του τραχήλου, ενώ κατά την διάρκεια του κλιμακτηρίου και της μετεμμηνοπαυσιακής ζωής ή ζώνη μετάπτωσης μετακινείται βαθμιαίως προς τον ενδοτραχηλικό αυλό. Οι περιγραφείσες καταστάσεις (εκτοπία, πλακώδης μεταπλασία) πρέπει να θεωρούνται ως φυσιολογικά φαινόμενα και ως εκ τούτου δεν απαιτείται θεραπεία. Μόνο σε περιπτώσεις έντονης υπερέκκρισης υγρών ή επανειλημμένων μικροαιμορραγιών μετά από σεξουαλική επαφή είναι δυνατόν να γίνει καταστροφή του επιθηλίου (αφού προηγουμένως πιστοποιηθεί πλήρως η καλοήθεια)με κροθεραπεία, ακτίνες LASER ή ηλεκτροδιαθερμία. Αιμορραγία, φλεγμονή και στένωση του έξω τραχηλικού στομίου μπορεί να εμφανισθούν ως επιπλοκές μιας τέτοιας αντιμετώπισης.

ΚΑΛΟΗΘΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΤΟΥ ΤΡΑΧΗΛΟΥ

Πολύποδας Τραχήλου - Πολύποδας Ενδομητρίου

Συνήθως πρόκειται για μισχωτούς πολύποδες εξορμώμενους από τον ενδοτραχηλικό αυλό και καλυπτόμενους από κυλινδρικό επιθήλιο. Μπορεί να είναι ασυμπτωματικοί ή να προκαλέσουν άτυπη αιμόρροια από τον κόλπο, ενίοτε μετά από σεξουαλική επαφή. Η θεραπεία εκλογής είναι η εξαίρεση ακολουθούμενη συνήθως και από απόξεση του ενδοτραχήλου και του ενδομητρίου, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένες γυναίκες, για τον εντοπισμό και άλλων πολυπόδων, που μπορεί να υπάρχουν στον ενδοτραχηλικό αυλό ή στην ενδομήτρια κοιλότητα.

Ινομυώματα

Δεν είναι συνήθη σε σχέση με τα ινομυώματα του τοιχώματος της μήτρας.Συνήθως είναι μισχωτά, με μίσχο άλλοτε άλλου πάχους, είναι δε δυνατή η συστροφή τους, κατάσταση η οποία δηγεί συχνά σε νέκρωση του ινομυώματος. Σε περίπτωση κατά την οποία το ινομύωμα του τραχήλου προωθείται αυτόματα δια μέσου του τραχηλικού αυλού στον κόλπο παρατηρείται άλγος στο υπογάστριο, ιδιαίτερα κατά την διαρκεια της εμμηνορυσίας. Συχνή είναι και η εμφάνιση άτυπων αιμορραγιών από τον κόλπο. Η αντιμετώπιση αφορά στην εξαίρεση του ινομυώματος, επέμβαση η οποία απαιτεί προσοχή, λόγω του κινδύνου έντονης αιμορραγίας από τα αγγεία του μίσχου. Η πιθανότητα σαρκωματώδους εξαλλαγής του ινομυώματος του τραχήλου είναι παρόμοια με αυτήν των ινομυωμάτων άλλης εντόπισης(περίπου 0,5%).

ΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΧΗΛΟΥ

Σύμφωνα με την τρέχουσα άποψη ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην δράση του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (Human Papolloma Virus –HPV) στα κύτταρα του τραχηλικού επιθηλίου, με την σύγχρονη δράση και των άλλων παραγόντων.

Προληπτικός έλεγχος για την έγκαιρη ανίχνευση προκαρκινικών και καρκινικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας

Η ιστολογική εξέταση (VIRCHOW),η κολποσκόπηση (HINSELMAN) και η κυτταρολογική εξέταση(ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ) υπήρξαν κατά χρονολογική σειρά οι μέθοδοι διαγνωστικής προσέγγισης των παθολογικών αλλοιώσεων του τραχήλου. Κατά την διάρκεια της τελευταίας 50ετίας η εισαγωγή και η εφαρμογή στα πλαίσια μαζικού πληθυσμιακού ελέγχου (screening) στις χώρες του δυτικού κόσμου της κυτταρολογικής εξέτασης επιχρισμάτων από τον τράχηλο της μήτρας των γυναικών (γνωστής ως τεστ Παπανικολάου), είχε ως συνέπεια μία σημαντικότατη μείωση στην επίπτωση και την θνητότητα από τον καρκίνο του τραχήλου, γεγονός το οποίο αποτελεί το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα εφαρμογής προληπτικής εξέτασης σε μαζική κλίμακα.

Κυτταρολογική εξέταση τραχηλικού επιθηλίου(τεστ Παπανικολάου)

Τεχνική: Μετά την πλήρη επισκόπηση του τραχήλου και την απομάκρυνση της βλέννης, λαμβάνεται επίχρισμα από όλη την περιοχή του εξωτραχήλου με την ξύλινη σπάτουλα του Ayer ή με παρόμοιες σπάτουλες με κυκλοτερείς κινήσεις μέχρι 360ο , αφού εφαρμοσθούν αυτές στον τράχηλο. Η χρήση βαμβακοφόρου στειλεού προσφέρει λιγότερο ικανοποιητικά αποτελέσματα, διότι συγκρατείται μεγάλος αριθμός κυττάρων στις ίνες του βάμβακος. Σήμερα, χρησιμοποιούνται και ειδικοί πλαστικοί στυλεοί που εφαρμόζουν επίσης στον τράχηλο. Ακολουθεί η λήψη κυτταρικού υλικού από τον ενδοτράχηλο με ειδικές ψήκτρες. Το υλικό από τον εξωτράχηλο και από τον ενδοτράχηλο επιστρώνεται σε ένα ή δύο διαφορετικά αντικειμενοφόρα πλακίδια, μονιμοποιείται σε αλκοολούχο διάλυμα και αποστέλλεται στο κυτταρολογικό εργαστήριο, όπου αυτό χρώννυται με την ειδική χρώση κατά Παπανικολάου και ακολούθως εξετάζεται από τον κυτταρολόγο εξεταστή.

Στόχος είναι η ανίχνευση, μεταξύ των φυσιολογικών κυττάρων του πλακώδους επιθηλίου του τραχήλου, όπως και μεταξύ των κυλινδρικών ή μεταπλαστικών κυττάρων, αυτών που είναι αλλοιωμένα, όχι λόγω φλεγμονωδών, αντιδραστικών ή αναγεννητικών αιτιών αλλά λόγω κακοήθους εξαλλαγής. Τα κύτταρα αυτά μπορεί να είναι ενδεικτικά μιας ήδη διηθητικής εξεργασίας. Στην περίπτωση αυτή παρουσιάζουν μία έντονη διόγκωση, υπερχρωμασία και πολυλοβώδη εμφάνιση του πυρήνα τους. Δυνατόν επίσης να παρουσιάζουν ελαφράς , μέτριας ή σοβαρής μορφής αλλοιώσεις, κυρίως ως προς τον φαινότυπο των πυρήνων τους, κατάσταση η οποία αναφέρεται ως δυσπλασία. Παράλληλα, μπορεί να εντοπισθούν αλλοιώσεις ενδεικτικές λοίμωξης από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) ή και άτυπα κύτταρα μη καθορισμένης σημασίας. Τα κυτταρολογικά ευρήματα κατατάσσονται τελικά σε κατηγορίες, οι οποίες κατά καιρούς διαφοροποιούνται ανάλογα με τις νέες γνώσεις και τις διάφορες σχολές. Το τεστ Παπανικολάου συνιστάται να διενεργείται σε όλες τις γυναίκες, από την έναρξη της σεξουαλικής της δραστηριότητας μέχρι την ηλικία των 65-70ετών. Τα χρονικά διαστήματα επανάληψης του τεστ ποικίλουν ανά χώρα και σχολή, κυμαίνονται δε μεταξύ 1 και 3 ετών.

Κολποσκόπηση

Αποτελεί απλή, μη επεμβατική και σύντομη στην διενέργειά της εξέταση, με την οποία επισκοπείται ο τράχηλος υπό μεγέθυνση με την βοήθεια ειδικού μικροσκοπίου. Η επίθηξη του τραχηλικού επιθηλίου με διάλυμα οξεικού οξέος 3%-5% προκαλεί τήξη των πρωτεϊνών του πυρήνα των κυττάρων και έτσι, στις περιοχές όπου υπάρχει αλλοιωμένο επιθήλιο-και όπου κατά κανόνα αυτό είναι υπερπλαστικό –εμφανίζεται λευκάζουσα απόχρωση. Η ύπαρξη υπερπλαστικών αγγείων του στρώματος δίνει επιφανειακά την εικόνα διάστιξης ή μωσαικού (το φυσιολογικό επιθήλιο διατηρεί την ερυθρά ομαλή εμφάνισή του και μετά την δράση του οξεικού οξέος). Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ανεύρεση ατύπων αγγείων στο τραχηλικό επιθήλιο.Η επίθηξη με διάλυμα Lugol (δοκιμασία κατά Schiller) προκαλεί στο φυσιολογικό επιθήλιο μία έντονη φαιά χρώση. Λόγω πρόσληψης του ΚΙ του διαλύματος από το γλυκογόνο του κυτταροπλάσματος των κυττάρων. Αντίθετα, το αλλοιωμένο επιθήλιο δεν χρώννυται λόγω του ότι τα κύτταρα του στερούνται γλυκογόνου. Η κολποσκόπηση θεωρείται ικανοποιητική, όταν το σύνολο της ζώνης μετάπτωσης είναι ορατό. Αντίθετα, εάν μέρος αυτής της ζώνης ευρίσκεται στο βάθος του ενδοτραχηλικού αυλού και δεν είναι δυνατή η δια του κολποσκοπίου επισκόπησή του, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ως προς την συνολική εκτίμηση του κινδύνου.

Η ύπαρξη ψευδώς αρνητικών και ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων τόσο της κυτταρολογικής όσο και της κολποσκοπικής εξέτασης καθιστούν επιβεβλημένη την διενέργεια, αν είναι δυνατόν, και των δύο μεθόδων, ως συμπληρωματικών η μία της άλλης. Ο περιορισμός μόνο στην κυτταρολογική εξέταση έδειξε στο παρελθόν ότι έχει μερικές φορές ως αποτέλεσμα (λόγω ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων) την εξέλιξη ενός αδιάγνωστου τραχηλικού καρκίνου. Από την άλλη πλευρά, η διενέργεια κολποσκόπησης είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί ως μέθοδος μαζικού ελέγχου σε πληθυσμιακό επίπεδο. Τελευταία συζητείται και η εξ’αρχής ανίχνευση του HPV-DNA των ογκογόνων τύπων του ιού ως μέθοδος μαζικού προληπτικού ελέγχου των γυναικών με στόχο την αναγνώριση των γυναικών υψηλού κινδύνου.

Παρόλα τα ανωτέρω, η ιστολογική εξέταση βιοψιών υπό κολποσκοπικό έλεγχο ήταν και παραμένει η ‘’χρυσή αρχή’’ (gold standard) της διάγνωσης όλων των αλλοιώσεων του τραχήλου της μήτρας.

Τραχηλική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία

Ο όρος τραχηλική ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία(cervical intraepithelial neoplasia-CIN) αναφέρεται στην ύπαρξη δυσπλαστικών αλλοιώσεων στο επιθήλιο του τραχήλου, χωρίς διάσπαση της βασικής μεμβράνης. Ως κύριος αιτιολογικός παράγοντας θεωρείται η λοίμωξη από τον HPV, η οποία λαμβάνει χώρα κατ’αρχή στα κύτταρα της βασικής στοιβάδας. Όσες περισσότερες στοιβάδες κυττάρων , από την βασική προς την επιπολής, ανευρίσκονται με αλλοιωμένα κύτταρα, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η βαρύτητα της ενδοεπιθηλιακής βλάβης(CIN1,CIN2,CIN3).Ως CIN 3 θεωρείται η πλήρης κατάληψη όλων των στοιβάδων από δυσπλαστικά κύτταρα (carcinoma in situ). Τελευταία, η διάκριση αυτή σε τρεις βαθμούς αντικαθίσταται από άλλη με δύο βαθμούς, την ελαφρού και την σοβαρού βαθμού πλακώδη ενδσοεπιθηλιακή βλάβη (low & high grade intraepithelial lesion-Lo &Hi SIL). Περίπου το 80% των περιπτώσεων ελαφρού βαθμού CIN υπστρέφεται αυτόματα με την πάροδο του χρόνου, ενώ το υπόλοιπο εμφανίζει παραμονή ή και επιδείνωση των αλλοιώσεων.

Αντίθετα, οι σοβαρού βαθμού βλάβες εγκυμονούν κινδύνους να εξελιχθούν σε διηθητικές. Στις περιπτώσεις που οι αλλοιώσεις αφορούν το κυλινδρικό επιθήλιο συχνά αυτές δεν ανιχνεύονται με την διενέργεια του τεστ Παπανικολάου και διαγιγνώσκονται κατά την ιστολογική διαγνωστική προσέγγιση των αλλοιώσεων του πλακώδους επιθηλίου, με τις οποίες πολύ συχνά συνυπάρχουν.

Θεραπεία

Οι ελαφρού βαθμού ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις δεν απαιτούν κατά κανόνα θεραπεία αλλά παρακολούθηση με κυτταρολογική και κολποσκοπική εξέταση ανά 6μηνο, εάν δεν ενδείκνυται και με την λήψη μικροβιοψιών για ιστολογική εκτίμηση. Οι σοβαρού βαθμού αλλοιώσεις πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπίζονται χειρουργικά και μάλιστα με εξαίρεση της βλάβης (η καταστροφή της βλάβης με κρυοθεραπεία , Laser ή ηλεκτροδιαθερμία δεν εξασφαλίζει την πλήρη διάγνωση ούτε την πλήρη εξάλειψη της βλάβης-έτσι οι υποτροπές είναι σαφώς συχνότερες). Η εξαίρεση της βλάβης είναι δυνατόν να διενεργηθεί με την βοήθεια ηλεκτροδιαθερμικής αγκύλης υψίσυχνου ρεύματος (LLETZ), με ακτίνες Laser ή με νυστέρι. Οι δύο πρώτες μέθοδοι είναι δυνατόν να διενεργηθούν με τοπική αναλγησία , ενέχουν όμως το μειονέκτημα της πιθανής θερμικής βλάβης των ορίων του ιστικού δείγματος, το οποίο θα εξετασθεί από τον ιστοπαθολόγο, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό ως προς την δυνατότητα εκτίμησης της συνολικής ή μη αφαίρεσης της βλάβης. Στην κωνοειδή εκτομή του τραχήλου με νυστέρι συνήθως αφαιρείται μεγαλύτερο τμήμα του τραχήλου και απαιτείται γενική αναισθησία, τα όρια όμως του ιστικού δείγματος είναι πλήρως αξιολογήσιμα. Η διενέργεια κολποσκόπησης πριν από την χειρουργική εξαίρεση της βλάβης είναι απαραίτητη για την πλήρη τοπογραφική οριοθέτηση της αλλοίωσης και την καθοδήγηση της αγκύλης, της δέσμης Laser ή του νυστεριού. Η διάμετρος της βάσης και το ύψος του κώνου θα πρέπει να καθορίζονται ξεχωριστά για την κάθε ασθενή, ανάλογα με την έκταση και την τοπογραφία της βλάβης, την ηλικία της ασθενούς και το μαιευτικό ιστορικό της.

Επιπλοκές

Συνήθης επιπλοκή της κωνοειδούς εκτομής του τραχήλου με νυστέρι αλλά και της εφαρμογής Laser ή αγκύλης είναι αιμορραγία, διεγχειρητικά ή στις επόμενες 12 ώρες , ή ακόμη και μετά 7-12 ημέρες από την επέμβαση. Μετά την απόπτωση της εσχάρας από τον κρατήρα του τραχήλου. Σπανίως η αιμορραγία μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη με σημαντική πτώση της αιμοσφαιρίνης. Μπορεί να επιπλακεί με μόλυνση του τραύματος. Τοποθέτηση ραμμάτων για έλεγχο της αιμορραγίας, επιπωματισμός του κόλπου, μετάγγιση αίματος και αντιβιοτική κάλυψη είναι η συνήθης αντιμετώπιση. Η στένωση του έξω τραχηλικού στομίου με απότοκο αιματόμητρα και δυσμηνόρροια είναι επίσης μία απώτερη επιπλοκή της κωνοειδούς εκτομής. Η αντιμετώπιση συνίσταται σε διάνοιξη του στομίου και διαστολή του τραχηλικού αυλού υπό γενική αναισθησία. Ως προς την αναφερόμενη τραχηλική ανεπάρκεια σε μία επόμενη κύηση, ως απότοκο προηγηθείσης κωνοειδούς εκτομής του τραχήλου και κίνδυνο προώρου τοκετού, τα δεδομένα και οι απόψεις είναι αντικροούμενες. Κατά κανόνα, εκτός ιδιαίτερα εκτεταμένων βλαβών που απαιτούν αφαίρεση εκσεσημασμένου τμήματος του τραχήλου, η κωνοειδής εκτομή δεν δημιουργεί προυποθέσεις ανεπάρκειας του τραχήλου, ούτε απαιτείται ως εκ τούτου συρραφή του τραχήλου στην κύηση για προληπτικούς λόγους.

Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρα σε παγκόσμια κλίμακα είναι η δεύτερη κατά σειρά συχνότητας νεοπλασματική νόσος στην γυναίκα και η πρώτη αιτία θανάτου γυναικών από νεοπλασματική νόσο στον τρίτο κόσμο. Η εμφάνιση του διηθητικού καρκινώματος παρατηρείται συνηθέστερη κατά την διάρκεια της 4ης και 6ης δεκαετίας.

Αιτιολογία

Σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι κύριος αιτιολογικός παράγοντας είναι η λοίμωξη από ογκογόνους τύπους του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων συνυπάρχουσα πτώση της άμυνας του οργανισμού, άλλες μυικές λοιμώξεις, το κάπνισμα και ιδιαίτερη έντονη σεξουαλική δραστηριότητα θεωρούνται ως κύριοι συνεργικοί παράγοντες.

Ιστοπαθολογία Καρκινωμάτων Τραχήλου

Τουλάχιστον το 50% των καρκινωμάτων του τραχήλου αφορούν στο πλακώδες επιθήλιο ενώ το υπόλοιπο στο αδενικό επιθήλιο.

Εξέλιξη

Η διασπορά του όγκου γίνεται κατά συνέχεια ιστού, λεμφογενώς και σπανιότερα αιματογενώς. Κατά συνέχεια ιστού προσβάλλονται συνήθως κατά σειρά ο κόλπος, τα παραμήτρια, το πυελικό τοίχωμα με ή χωρίς τους ουρητήρες, η ουροδόχος κύστη και το ορθό. Η λεμφογενής διασπορά αφορά περίπου στο 40% των γυναικών με όγκους σταδίου Ι και ΙΙ.Προσβάλλονται συνήθως οι πυελικοί λεμφαδένες, οι παραορτικοί, οι βουβωνικοί και οι ιεροί. Η αιματογενής διασπορά οδηγεί σε απομακρυσμένες μεταστάσεις στους πνεύμονες, στο ήπαρ, στα οστά και στο έντερο.

Συμπτώματα Kαρκίνου Τραχήλου

Καρκινώματα του τραχήλου σταδίου Ia δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και μπορούν να διαγνωσθούν μόνο με την βοήθεια κυτταρολογικών, κολποσκοπικών και ιστολογικών εξετάσεων. Από το στάδιο Ib και μετά είναι δυνατόν να παρουσιασθεί αιμόρροια από τον κόλπο, ιδιαίτερα μετά από σεξουαλική επαφή και δύσοσμη κολπική έκκριση. Η επέκταση στο πυελικό τοίχωμα και στα πέριξ όργανα είναι δυνατόν να προκαλέσει απόφραξη των ουρητήρων με αποτέλεσμα υδρονέφρωση, άλγος λόγω επινέμησης νευρικών απολήξεων, αιματουρία, δυσουρία, τεινεσμό, αιμορραγία από το ορθό, διάρροια κ.λ.π.

Ο όγκος στον τράχηλο είναι δυνατό να εμφανίζει ενδοφυτική ή εξωφυτική μορφή. Η εντόπιση του στον ενδοτράχηλο προκαλεί συνήθως μία ‘’ βαρελοειδή’’ διόγκωση του τραχήλου χωρίς εμφανή στοιχεία κατά την επισκόπηση. Στα πλέον προχωρημένα στάδια, ο θάνατος συνήθως επέρχεται λόγω μεγάλης αιμορραγίας εν μέσω καχεξίας, ουραιμίας λόγω ουρητηρικής απόφραξης και σήψης.

Διάγνωση για Καρκίνο Τραχήλου

Η διάγνωση πρέπει να βασίζεται πάντοτε σε ιστολογική εξέταση ιστικού δείγματος του όγκου. Η κλινική εξέταση από τον κόλπο και το ορθό, σε συνδυασμό με κυστεοσκόπηση, ορθοσκόπηση και πυελογραφία θα βοηθήσει στη συνολική εκτίμηση και στην κλινική σταδιοποίηση, σύμφωνα με την οποία θα ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση.

Καρκίνος Τραχήλου Μήτρας - Θεραπεία

Η χειρουργική θεραπεία από εξειδικευμένο χειρουργό εφαρμόζεται στα αρχικά στάδια του καρκίνου του τραχήλου, ενώ η ακτινοθεραπεία είναι θεραπεία εκλογής κυρίως σε μεγαλύτερα στάδια. Ιδιαίτερα, σε νέες γυναίκες με επιθυμία τεκνοποίησης, μπορεί να εφαρμοσθεί με επιτυχία η εξαίρεση του όγκου με κωνοειδή εκτομή.

Στις άλλες περιπτώσεις του σταδίου Ι καθώς και στο στάδιο ΙΙ διενεργείται ριζική υστερεκτομή με σύγχρονη πυελική ή και παραορτική λεμφαδενεκτομία. Κατ’αυτήν εξαιρείται η μήτρα, το ανώτερο τριτημόριο του κόλπου, τα παραμήτρια και οι λεμφαδένες, ενώ οι ωοθήκες είναι δυνατόν να διατηρηθούν. Ως επιπλοκές της επέμβασης αναφέρονται η αιμορραγία, οι φλεγμονές, οι κακώσεις των ουρητήρων ή και της ουροδόχου κύστεως, καθώς και η δημιουργία συριγγίων και λεμφοιδημάτων. Η ακτινοθεραπεία εφαρμόζεται κυρίως στα προχωρημένα στάδια της νόσου, σε αρχικά στάδια σε ασθενείς με αντένδειξη για χειρουργική επέμβαση, καθώς και σε ασθενείς όπου διαπιστώνεται ευρεία επέκταση του όγκου κατά την διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Κατά κανόνα η ακτινοθεραπεία εφαρμόζεται ως συνδυασμός τοπικής δράσης ισοτόπων ραδίου, καισίου ή κοβαλτίου εντός του κόλπου-τραχήλου ή και μήτρας και εξωτερικής διαδερμικής τηλεακτινοβολίας. Ως επιπλοκές της αγωγής αυτής αναφέρονται η μετακτινική κυστίτιδα και πρωκτίτιδα, η δημιουργία συριγγίων και η στένωση του κόλπου, η οποία, ιδιαίτερα σε νέες ασθενείς, αποτελεί πρόβλημα λόγω της αδυναμίας της σεξουαλικής επαφής.

Πρόγνωση

Ανάλογα με το σταδιο της νόσου και τα διάφορα κέντρα αντιμετώπισης ογκολογικών περιστατικών αναφέρονται ποσοστά 5ετούς επιβίωσης που κυμαίνονται περί το 85%-90% για το στάδιο Ι, 60% για το στάδιο ΙΙ, 30% για το στάδιο ΙΙΙ, και περί το 10% για το στάδιο IV.Τελευταία εφαρμόζεται και συνδυάζεται χημειο-και ακτινοθεραπευτική αγωγή σε προχωρημένα στάδια με ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Η εξεντέρωση είναι η μοναδική λύση σε περιπτώσεις υποτροπής με προσβολή της κύστης ή του ορθού, με σχετικά καλά αποτελέσματα, παρά τον επηρεασμό της ποιότητας της ζωής της ασθενούς.

Ρωτήστε Δωρεάν τον Εξειδικευμένο Χειρουργό Θάνο Παράσχο!